Home

17634532_1849960038354820_2761-1

Η «Ουράνια Κουζίνα»

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013. Όπως και όλη αυτήν την εβδομάδα που βρίσκομαι στο Ανόι, ξύπνησα και σήμερα από τα μεγάφωνα που μεταδίδουν κάθε πρωί κατά τις 6:30 στην διαπασών μουσική που περισσότερο θυμίζει εμβατήριο με μια γυναικεία φωνή να ανακοινώνει από ειδήσεις για κάποιες νέες κυβερνητικές αποφάσεις και τον καιρό, μέχρι την υπενθύμιση πως οι πολίτες οφείλουν να διατηρούν την πόλη καθαρή ή να εμβολιάζουν τα κατοικίδιά τους. Κάθε δημοτικό διαμέρισμα διαθέτει τα δικά του μεγάφωνα, όμως εγώ είχα την τύχη ή την ατυχία να πιάσω δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο δίπλα στα μεγάφωνα. Δεν παραπονιέμαι όμως. Πρόκειται για μια ακουστική εμπειρία που σε ελάχιστα σημεία του κόσμου μπορεί να την έχει κάποιος.

Βγάζω το κινητό μου έξω από το παράθυρο και ηχογραφώ την δυνατή φωνή και τα γρήγορα, σαν προστάγματα, φωνή της εκφωνήτριας, η οποία μου θύμισε την 84χρονη σήμερα «Hanoi Hanna» όπως ήταν γνωστή η Trinh Thi Ngo που στον πόλεμο μετέδιδε στις συχνότητες που έπιαναν οι Αμερικανοί στρατιώτες προπαγανδιστικές εκπομπές με μουσική και ειδήσεις για τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις στις ΗΠΑ ή ακόμα και καταλόγους με τους νεκρούς και συλληφθέντες Αμερικανούς στις μάχες.

Σήμερα είναι η προτελευταία μου ημέρα στο Βιετνάμ, το οποίο το γύρισα αυτές τις 2 εβδομάδες ερχόμενος από Καμπότζη και αρχίζοντας την εξερεύνησή του από τον Νότο και το Χο Τσι Μινχ όπως ονομάζεται πια η Σαϊγκόν, με σταθερή κατεύθυνση τον Βορρά, με επόμενο σταθμό το Λάος. Έχοντας χρησιμοποιήσει ως τώρα στην χώρα αεροπλάνο, ταξί, μηχανή, φέρυ, λεωφορείο και τραίνο, ολοκληρώνω σήμερα (αφού την αυριανή μέρα θα την αφιερώσω χαλαρά σε σουβενίρ, φωτογραφίσεις και επίσκεψη στο Μαυσωλείο του Χο Τσι Μινχ) τις εμπειρίες μου με τα μέσα μεταφοράς της χώρας με μίνι βαν, βάρκα και τελεφερίκ που θα χρησιμοποιήσω για να φτάσω σε 2,5 ώρες στον προορισμό μου Αυτός βρίσκεται 70 χιλιόμετρα Νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας και δεν είναι άλλος από την Chua Huong, την γνωστή ως Παγόδα των Αρωμάτων, έναν από τους ιερότερους προσκυνηματικούς τόπους του Βιετνάμ. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μία μόνα αλλά για αρκετές παγόδες στην ορεινή περιοχή του Huong Son, στην επαρχία Ha Tay.

Η Chua Huong είναι διάσημη για το ετήσιο προσκύνημα των πιστών Βουδιστών το οποίο πραγματοποιείται από το μέσον του πρώτου μήνα έως το μέσον του τρίτου του σεληνιακού έτους, δηλαδή μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου. Δεδομένου ότι φέτος η Πρωτοχρονιά έπεσε πριν ακριβώς έναν μήνα, την Κυριακή 13 Φεβρουαρίου, βρισκόμαστε στη μέση της προσκυνηματικής περιόδου. Αυτό έχει ένα καλό και ένα κακό. Το κακό είναι ότι θα βρω πολύ κόσμο, κάτι που ίσως να με εμποδίσει να δω από κοντά κάποιες λεπτομέρειες ή να φωτογραφίσω παγόδες, σπηλιές και ιερά χωρίς πολυκοσμία στο κάδρο. Το καλό όμως το θεωρώ πολύ πιο σημαντικό, καθώς θα έχω την ευκαιρία να δω τον σημαντικό αυτόν ιερό βουδιστικό τόπο στο αποκορύφωμα της προσκυνηματικής περιόδου.

Το βανάκι που θα με μεταφέρει είναι στην ώρα του έξω από το ξενοδοχείο. Η διαδρομή μπορεί να μην είναι συναρπαστική, δεν είναι όμως ούτε και ανιαρή. Όσοι ταξιδεύουν από Βορρά προς Νότο την βρίσκουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα καθώς το Ανόι είναι ο πρώτος τους σταθμός και αυτή είναι η πρώτη τους γνωριμία με την βιετναμέζικη εξοχή. Αντίθετα, για ταξιδιώτες όπως εγώ που κάναμε την λιγότερο συνηθισμένη αντίθετη πορεία, από τον Νότο προς τον Βορρά, όσο ιδιαίτερη και αν είναι η βιετναμέζικη φύση, την έχουμε δει αρκετές φορές στις διαδρομές που έχουμε κάνει με αυτοκίνητο, πούλμαν ή τραίνο. Χωράφια, ορυζώνες, χωριά, παγόδες, κόκκινα πανώ με συνθήματα και εικόνες για να κρατούν υψηλό το φρόνημα του πληθυσμού…

Σε 2 ώρες βρίσκομαι στην προκυμαία Ben . Παρότι από εδώ υπάρχει δρόμος που οδηγεί στην βάση του συγκροτήματος της Παγόδας των Αρωμάτων, επιλέγω βεβαίως να συνεχίσω με βάρκα. Χιλιάδες βάρκες είναι παραταγμένες έτοιμες να υποδεχτούν επιβάτες. Η διαδρομή στον ποταμό Yen Vi είναι μαγευτική. Στα δεξιά μου βλέπω οικισμούς, εστιατόρια με μικρές πλαστικές καρέκλες χωρίς  που τα ξεχώριζες από απόσταση χάρη στις διαφημιστικές πινακίδες και ομπρέλες των πιο γνωστών παγκοσμίως αναψυκτικών, βάρκες να φορτώνουν και να ξεφορτώνουν αγρότες. Στα αριστερά μου το τοπίο είναι εντελώς διαφορετικό. Πυκνή βλάστηση και στο βάθος βουνοκορφές. Την ίδια ώρα εκατοντάδες βάρκες είναι ορατές στο βάθος του ποταμού μπρος και πίσω, ενώ σε κάποια σημεία το πλάτος του επιτρέπει να παρατάσσονται σχεδόν οριζόντια παραταγμένες και 6 και 7 βάρκες, βαμμένες οι περισσότερες με κόκκινο χρώμα και με στενά σανίδια για καθίσματα εκτός από κάποιες λίγες που είδα στην προκυμαία με μπλε και με κόκκινα πλαστικά καθίσματα. Μου προξενεί εντύπωση ότι σε αρκετές από αυτές (όπως και στην δική μου) ο «γονδολιέρης» που τραβά τα κουπιά είναι γυναίκα και όλες φορούν τα χαρακτηριστικά πλατιά κωνικά καπέλα.

Μετά από τρία τέταρτα μιας διαδρομής ανάμεσα σε ψηλά βουνά, το Βουνό του φοίνικα, το Doi Cheo, το Bung και το Voi στα αριστερά και το Ngu Ncac στα δεξιά με τον ναό Trinh στην κορυφή όπου οι προσκυνητές κάνουν μια στάση για να κάψουν αρώματα προς τιμήν του θεού του Βουνού φτάνω στον προορισμό μου. Στην συνέχεια, φαίνονται τα βουνά Deo και Phong Su, τα σπήλαια Son Thuy Huu Tinh και Trau, η γέφυρα Hoi, καθώς και η κοιλάδα Dau. Κατευθύνομαι αμέσως στο σημείο διαπίστευσης, το Den Trinh, παραλαμβάνω το χαρτάκι εισόδου και εισέρχομαι στον χώρο. Μια πινακίδα με την επιγραφή «No short Clothes Please» (από τις ελάχιστες αγγλόγλωσσες επιγραφές) και με ένα εύγλωττο σκίτσο, εξηγεί ότι απαγορεύονται οι μίνι φούστες για τις γυναίκες και οι βερμούδες για τους άνδρες.

Πρώτη στάση σε ένα εστιατόριο με μακρόστενα τραπέζια με μεταλλικές καρέκλες, δεκάδες ανεμιστήρες να δουλεύουν συνεχώς, άλλους τόσους προσκυνητές να κοιμούνται πάνω σε στρωμένα με ψάθες τραπέζια στην ίδια τεράστια αίθουσα που τρώγαμε υπόλοιποι. Παράγγειλα ρύζι, νουντλς και μπύρα. Δεν ήταν άσχημα. Κάθε άλλο θα έλεγα.

Ένα κτίσμα που προξενεί ενδιαφέρον με την κομψότητά του είναι μια παγόδα του 18ου αιώνα, ο ναός Thien Tru ή «Ουράνια Κουζίνα» που πήρε το όνομά του από τους βράχους της περιοχής οι οποίοι (με κάποια ισχυρή δόση φαντασίας είναι αλήθεια) θυμίζουν μαγείρους εν ώρα εργασίας. Η παγόδα είναι ακόμη γνωστή και για τον πύργο Thuy Tien, έναν μονόλιθο από γρανίτη.

Στα δεξιά της παγόδας βρίσκεται το ιερό σπήλαιο Tien Son, γνωστό για τα 5 γρανιτένια αγάλματα. Η πύλη και το κωδωνοστάσιο υπέστησαν ζημιές κατά τους πολέμους εναντίον των Γάλλων και των Αμερικανών αλλά επιδιορθώθηκαν το 1986 και το 1994 αντίστοιχα.

Από εδώ ως την κυρίως παγόδα μεσολαβούν 3 χιλιόμετρα ανηφόρα με 1.670 στενά σκαλιά. Επιλέγω την εύκολη λύση: να ανέβω με το τελεφερίκ και να κατέβω μετά με τα πόδια. Το ίδιο κάνουν οι περισσότεροι, με αποτέλεσμα να σχηματισθεί ουρά για τα εισιτήρια. Μάλιστα, σε κάποια στιγμή, από το βαγόνι που μεταφέρει μπορώ να δω άλλα 6 βαγόνια που βρίσκονται σε κίνηση, ενώ η θέα δεξιά και αριστερά είναι εκπληκτική.

Βγαίνοντας από το τελεφερίκ κατευθύνομαι προς την «ατραξιόν» της περιοχής, το Dong Huong Tich, το «Σπήλαιο Huong» ή «Εσώτερο Ναό». Κατεβαίνω περισσότερα από 120 στενά πέτρινα σκαλιά για να εισέλθω.  Ο θρύλος λέει ότι το σπήλαιο ανακαλύφθηκε πριν από 2.000 χρόνια, ενώ μαρτυρίες υπάρχουν από τον 15ο αιώνα. Το θέαμα ήταν υποβλητικό. Παρά τον διακριτικό φωτισμό, διακρίνονταν χρωματιστοί σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Μια καμπάνα, αγάλματα, γλυπτά.

Στα αριστερά του σπηλαίου βρίσκεται η μικρή παγόδα Giai Oan (Παγόδα της Συγχώρεσης») η οποία χτίστηκε το 1735 από τον old bonze ονόματι Thong Dung επί βασιλείας του Le Thuan Tong.

Συνέχισα την ανάβαση με τα πόδια. Ο κόσμος εδώ ήταν πολύ αραιός και σε μερικά σημεία δεν φαινόταν ψυχή, καθώς σχεδόν όλοι οι προσκυνητές έπαιρναν μετά το σπήλαιο και τον «Εσώτερο Ναό» τον δρόμο της επιστροφής. Από εδώ, μακριά από τον θόρυβο, τον κόσμο και την κίνηση νιώθω να ηρεμώ. Σε αυτό βοηθά και η μαγευτική θέα.

Κατεβαίνοντας συναντώ και άλλες παγόδες, ενώ σταματώ στις πλατφόρμες για να θαυμάσω την θέα με τα βουνά και τα δάση.

Συνεχίζοντας την κατάβαση περνάω δίπλα από πλήθος καταστημάτων, των οποίων τις οροφές από λαμαρίνα έβλεπα πριν λίγη ώρα από ψηλά σαν ένα μεταλλικό φίδι που ακολουθούσε το μονοπάτι για την είσοδο 2-3 χιλιόμετρα χαμηλότερα. Βιετναμέζικη κουζίνα, πωλητές τροπικών φρούτων όπως μπανάνες και μάνγκο, πάγκοι με παιχνίδια, βεντάλιες, χτένες, μικρομάγαζα με t-shirts, καπέλα, πουκάμισα, παιχνίδια, κούπες, χαϊμαλιά, κάδρα, άλλα που απευθύνονταν στους προσκυνητές με τάματα, αφιερώματα κάθε είδους από αρωματικά στικς μέχρι κούκλες και αντίγραφα τυχερών νομισμάτων σε όλα τα μεγέθη με σχεδόν όλη αυτήν την αναθηματική πραμάτεια σε χρυσαφί και κόκκινο χρώμα.

Παίρνοντας τον δρόμο για την βάρκα που με έφερε, περνάω από διάφορα καταστήματα. Μεταξύ αυτών που μου προκαλούν εντύπωση, ένα κρεοπωλείο με ψωμιά σε σχήμα βατράχων και καβουριών και μερικά κρεοπωλεία με γδαρμένα σκυλιά σκυλιά να κρέμονται έξω από τσιγκέλια.

Η επιστροφή με την βάρκα είναι πιο ευχάριστη από ό,τι ερχόμενος, καθώς ο ήλιος όχι μόνο δεν με χτυπά όπως το μεσημέρι, αλλά οδεύοντας προς την δύση του, βάφει τον ορίζοντα στο βάθος του ποταμού κόκκινο.

Κείμενο – Φωτογραφία: Zalmoxis

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s