Home
%ce%b7-%ce%ba%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5%cf%81%ce%bc%ce%af%ce%bd%ce%b1

Η κυρία με την ερμίνα.

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013, νωρίς το απόγευμα. Η πρώτη ημέρα περιήγησής μου στην Κρακοβία όπου έφθασα Πέμπτη βράδυ ερχόμενος από Μόναχο, περιελάμβανε και την επίσκεψή μου στον λόφο Βάβελ. Τα αξιοθέατα του λόφου δεν είναι και λίγα, από τον Καθεδρικό Ναό της Κρακοβίας και το κάστρο μέχρι τον Θησαυρό του Στέμματος και τα βασιλικά διαμερίσματα χρειάστηκαν μερικές ώρες για να τα γυρίσω. Μία από τις ατραξιόν πάντως που δεν διανοήθηκα να παραλείψω και την άφησα για το τέλος της επίσκεψής μου στον Βάβελ, προτού κλείσει η έκθεση στις 5μμ, ήταν η «Κυρία με την ερμίνα».
Η «Dama con l’ermellino» όπως λέγεται στα ιταλικά ο πίνακας, είναι μια ελαιογραφία σε ξύλο καρυδιάς, διαστάσεων 54,4 x 40,3 εκ. του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, που χρονολογείται μεταξύ 1488 και 1490, όταν δηλαδή ο ζωγράφος βρισκόταν στην αυλή του δούκα του Μιλάνου Ludovico Sforza. Φυλασσόταν για χρόνια στο Μουσείο Τσαρτορίσκι της Κρακοβίας και από τις 12 Μαΐου του 2012, από όταν δηλαδή στο μουσείο Τσαρτορίσκι άρχισαν οι εργασίες αποκατάστασης, ο πίνακας εκτίθεται σε μια μάλλον σκοτεινή αίθουσα ανάμεσα στο Βασιλικό Κάστρο Βάβελ της πόλης και τον καθεδρικό ναό της με ένα μάλλον φθηνό εισιτήριο, κάπου στα 2,5 ευρώ. Η αίθουσα φυλασσόταν πολύ καλά και φύλακες έκαναν διαρκώς αισθητή την παρουσία τους ανάμεσα στους επισκέπτες, κυρίως για να αποφευχθεί η λήψη φωτογραφιών η οποία απαγορευόταν.
Η «Dama z gronostajem» όπως αναφερόταν στα πολωνικά πάνω στο εισιτήριο που αγόρασα, με την όψη του πίνακα στην μία πλευρά και τον χάρτη του Βάβελ σε μπλε φόντο από την άλλη,  ταυτίζεται με την Cecilia Gallerani και πρόκειται για ένα από τα μόλις τέσσερα γυναικεία πορτραίτα που ζωγράφισε ο Ντα Βίντσι μαζί με τα έργα του «Mona Lisa», «Το πορτραίτο της Ginevra de’ Benci» και «La belle ferronnière».
Η Cecilia Gallerani έζησε μεταξύ 1473 και 1536 και ήταν η ερωμένη του δούκα Ludovico Sforza (1452 – 1508). Ήταν μέλος μιας μεγάλης οικογένειας που δεν ήταν ούτε πλούσια ούτε ευγενής και ο πατέρας της εργαζόταν στην αυλή του δούκα. Την εποχή που δημιουργήθηκε το πορτραίτο, η Cecilia Gallerani ήταν γύρω στα 16 και ήταν διάσημη για την ομορφιά της και την κλίση της στα γράμματα (μιλούσε λατινικά) την ποίηση, την μουσική και το τραγούδι.
Αρραβωνιάστηκε στα 6 της με έναν νεαρό ευγενή του οίκου των Visconti αλλά  ο αρραβώνας ανακλήθηκε το 1487. Η Cecilia έγινε ερωμένη του δούκα και του χάρισε έναν γιο παρότι αυτός είχε ήδη πάρει για σύζυγο το 1491 την Beatrice d’ Este που είχε αρραβωνιασθεί 11 χρόνια νωρίτερα, όταν εκείνη ήταν 5 χρονών. Μετά από ένα διάστημα η Beatrice ανακάλυψε την σχέση του δούκα με την Cecilia και τον ανάγκασε να την διακόψουν.
Τον καιρό που δημιούργησε τον πίνακα ο ζωγράφος, η ελαιογραφία σε ξύλο αποτελούσε καινοτομία στην Ιταλία καθώς εισήχθη την δεκαετία του 1470, λίγο προτού φθάσει ο Ντα Βίντσι στο Μιλάνο όπου έμεινε μεταξύ 1482 και 1499 και το έργο, του οποίου οι συνθήκες ανάθεσης στον καλλιτέχνη είναι άγνωστες, χρονολογείται λίγο μετά το 1488, όταν ο Ludovico Sforza έλαβε από τον βασιλιά της Νάπολης τον αριστοκρατικό τίτλο του ιππότη του Τάγματος της Ερμίνας. Η ταύτιση του πορτραίτου με τη νεαρή ερωμένη του Ludovico Sforza, Cecilia Gallerani, βασίζεται και στην έμμεση αναφορά που θα μπορούσε να εκπροσωπεί το ζώο: η ερμίνα, εκτός από σύμβολο αγνότητας και τιμιότητας, στα ελληνικά λέγεται και «γαλή» κάτι το οποίο παρέπεμπε στο επώνυμο της κοπέλας. Και όπως σημείωσε και ο ίδιος ο Λεονάρντο «προτιμά να πιαστεί από τους κυνηγούς παρά να κηλιδώσει την καθαρότητά της, δηλαδή τη λευκή της γούνα, προσπαθώντας να ξεφύγει από την λασπωμένη της φωλιά».
Η μη αυθεντική επιγραφή «Belle Ferronnière/Leonardo Da Vinci» οδήγησε ορισμένους στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το πορτραίτο απεικονίζει την Μαντάμ Ferron, ερωμένη του Φραγκίσκου Α’ της Γαλλίας, υπόθεση που σήμερα έχει ξεπεραστεί. Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, όχι και τόσο αποδεκτή αλλά ενδιαφέρουσα, σύμφωνα με την οποία το έργο αποτελεί αναφορά της συνωμοσίας ενάντια στον Galeazzo Maria Sforza. Η Αικατερίνη Σφόρτσα (1463 – 28 Μαΐου 1509) ήταν κόρη του Galeazzo Maria Sforza, μέλος της ηγετικής οικογένειας των Sforza του Μιλάνου, με το περιδέραιο από μαύρα μαργαριτάρια στο λαιμό της να παραπέμπουν στο πένθος, και την ερμίνα ως υπενθύμιση του οικόσημου του Giovanni_Andrea_Lampugnani, πληρωμένου δολοφόνου του Sforza το 1476.
Ο πίνακας, μαζί με το Πορτραίτο Μουσικού και την λεγόμενη Belle Ferronnière του Μουσείου του Λούβρου, ανανέωσε βαθύτατα το καλλιτεχνικό περιβάλλον του Μιλάνου και την τοπική παράδοση των πορτραίτων. Το έργο είναι γνωστό ότι είχε πολύ σύντομα αξιοσημείωτη επιτυχία. Απαθανατίστηκε σε ένα σονέτο του Μπερνάρντο Μπελλιντσόνι (XLV) και παρουσιάστηκε από την ίδια την Cecilia στη μαρκησία της Μάντοβα Isabella d’Este που προσπάθησε με την σειρά της να αποκτήσει ένα πορτραίτο της από τον Λεονάρντο, όμως χωρίς επιτυχία (διασώζεται μόνο ένα προσχέδιο σε χαρτόνι, στο Λούβρο).
Τα ίχνη του πίνακα χάθηκαν στους προσεχείς αιώνες. Καθώς λησμονήθηκε η απόδοσή του στον Λεονάρντο, το έργο του αποδόθηκε ξανά μόνο στο τέλος του 18ου αιώνα. Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το έκρυψαν στα υπόγεια του Κάστρου Βαβέλ, όπου βρέθηκε από τους ναζί που είχαν εισβάλλει στην Πολωνία και όταν ξαναβρέθηκε έφερε στην κάτω δεξιά γωνία ένα αποτύπωμα τακουνιού, κάτι το οποίο επιδιορθώθηκε με εργασία αποκατάστασης.
Σε αυτό το έργο όπου είναι φανερές οι επιδράσεις τεχνικών της προσωπογραφίας του δέκατου πέμπτου αιώνα όπως το chiaroscuro (η χρήση της σκιάς για την ανάδειξη της τρισδιάστατης απεικόνισης) και το sfumato για τις βαθμιαίες τονικές αλλαγές , με τη μορφή να εικονίζεται ως τη μέση και στα τρία τέταρτα, ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι επινόησε μια διπλή περιστροφή, με το μπούστο στραμμένο στα αριστερά και το κεφάλι στα δεξιά. Υπάρχει μια αντιστοιχία ανάμεσα στην οπτική γωνία της Cecilia και της ερμίνας. Το ζώο μοιάζει να ταυτίζεται με την κοπέλα λόγω μιας λεπτής γραμμής κοινών σημείων και των βλεμμάτων τους που είναι έντονα και την ίδια στιγμή ειλικρινή. Η λεπτή σιλουέτα της Cecilia, αλλά και το μακρόστενο χέρι της  που θυμίζει τα πανέμορφα ατρακτοειδή δάκτυλα των φλωρεντινών γλυπτών, αντανακλάται αρμονικά στο ζώο.
Το φόρεμα της Gallerani είναι απλό, αποκαλύπτοντας πως δεν ανήκει στην αριστοκρατία και η κόμμωσή της είναι γνωστή ως coazone, με δύο ταινίες από τα μαλλιά της να πέφτουν από τις δύο πλευρές του προσώπου της και να ενώνονται στον λαιμό με μια μακριά κοτσίδα στο πίσω μέρος. Τα μαλλιά της συγκρατούνται με ένα λεπτό βέλο από χρυσό, μία λεπτή μαύρη κορδέλα και μια θήκη πάνω από την κοτσίδα. Το ντύσιμο της κοπέλας είναι εξαιρετικά φροντισμένο, όμως όχι υπερβολικά επιδεικτικό, εξαιτίας της έλλειψης κοσμημάτων, εκτός από το μακρύ περιδέραιο με μαύρα μαργαριτάρια. Όπως συνηθιζόταν στα ενδύματα της εποχής, τα μανίκια είναι τα πιο περίτεχνα σημεία, σε αυτή την περίπτωση με δύο διαφορετικά χρώματα, στολισμένα με κορδέλες, που κατά περίπτωση μπορούσαν να λυθούν και να αντικατασταθούν (ένα φόρεμα μπορούσε να φορεθεί με διάφορα μανίκια ανάλογα με την περίσταση και την ώρα της ημέρας).
Η νεαρή φαίνεται στραμμένη σαν να παρακολουθεί κάποιον εκτός πεδίου, αριστερά της και την ίδια στιγμή έχει την επίσημη αταραξία ενός αρχαίου αγάλματος. Η χρήση του φωτισμού τον οποίο έχει μελετήσει επισταμένως ο Ντα Βίντσι, τονίζει τις γραμμές των σχημάτων ενισχύοντας έτσι την αίσθηση του ανάγλυφου. Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο πλανάται στα χείλη της, καθώς για να εκφράσει ένα συναίσθημα ο Ντα Βίντσι προτιμούσε να το υπαινίσσεται παρά να το καθιστά εμφανές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο χέρι, που λούζεται στο φως, με τα μακριά και κομψά δάχτυλα που χαϊδεύουν το ζώο, μαρτυρώντας την λεπτότητα και την χάρη της κοπέλας. Το φόντο είναι μαύρο, όμως από την ανάλυση ακτίνων-x διαφαίνεται ότι πίσω από τον αριστερό ώμο της νέας υπήρχε αρχικά ζωγραφισμένο ένα παράθυρο σε μπλε – γκρι φόντο το οποίο βάφτηκε μαύρο από τον Ευγένιο Ντελακρουά στο μέσον του 19ου αιώνα. Η ερμίνα είναι ζωγραφισμένη με ακρίβεια και ζωντάνια. Σε μία ανάλυση της μορφολογίας του ζώου όμως αυτό μοιάζει περισσότερο με νυφίτσα. Ίσως ο ζωγράφος να εμπνεύστηκε από κάποιο παγιδευμένο ζώο. Εξάλλου, η ερμίνα είναι ένα άγριο ζώο που δαγκώνει και δύσκολα εξημερώνεται, κατά συνέπεια θα ήταν πολύ δύσκολο να χρησιμοποιηθεί ως μοντέλο, αντιθέτως η νυφίτσα που μπορεί να εξημερωθεί σχεδόν όπως η γάτα, θα ήταν σχετικά εύκολο να βρεθεί στην λομβαρδική εξοχή της εποχής. Με δεδομένο μάλιστα ότι η ερμίνα έχει κατά πολύ μικρότερες διαστάσεις, ξεπερνώντας σπάνια μόλις τα 30 εκ., ενώ η νυφίτσα στον πίνακα, υπολογίζεται με βάση τις αναλογίες να έχει διαστάσεις μεταξύ 40 και 60 εκ.
Στην Cecilia Gallerani αποδίδεται το άνοιγμα του πρώτου φιλολογικού/καλλιτεχνικού σαλονιού στην Ευρώπη.
Ο Cesare, ο γιος που απέκτησε με τον Ludovico Sforza, χειροτονήθηκε το 1498 σε ηλικία 7 ετών αββάς στην εκκλησία του San Nazaro Maggiore του Μιλάνου και «κανονικός» το 1505 στο Μιλάνο, πέθανε δε το 1512.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s