Home

«Εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ ἔρωτος αἱ ἀνθρώπιναι ἀτέλειαι θὰ εἶνε πάντοτε αισθητότεραι…».
(Θασσίλου φον Σαίφφερ «Φιλοσοφία του Γάμου»)
Διάβαζα χθες το βράδυ Thassilo von Scheffer, τον Γερμανό ποιητή και μεταφραστή κλασικών έργων της αρχαίας Ελλάδας, σε μια προσεγμένη έκδοση του 1930. Οι απόψεις του για τον γάμο (αυτό πραγματευόταν το βιβλίο με το οποίο ξενυχτήσαμε παρέα) ήταν κατά βάση συντηρητικές, σήμερα μάλιστα θα τις χαρακτηρίζαμε αναχρονιστικές. Ωστόσο, το εύρος των επιχειρημάτων που προβάλλει στο βιβλίο («Φιλοσοφία του Γάμου») και η ανάλυσή τους, δείχνουν διανοούμενο ο οποίος έχει μελετήσει σε βάθος το θέμα και αν μη τι άλλο, έχει «παιδέψει» πολύ το κείμενο κάνοντας καίριες αναφορές σε λογοτεχνία, κοινωνιολογία, ψυχολογία και ιστορία.
Φθάνοντας στην σελίδα 53 του βιβλίου («Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκης» και μετάφραση Γ.Π. Παπαϊωάννου) έπεσα στο απόσπασμα «Εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ ἔρωτος αἱ ἀνθρώπιναι ἀτέλειαι θὰ εἶνε πάντοτε αισθητότεραι…». Αμέσως μου ήλθε συνειρμικά στο μυαλό η φράση «Στον Πόλεμο και στον Έρωτα όλα επιτρέπονται». Αναρωτήθηκα αν αυτό ισχύει, ότι δηλαδή ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει αδίστακτος, ικανός για το μεγαλύτερο κακό, σε αυτές τις δύο περιπτώσεις.
Παρότι ακούγοντας πάντοτε αυτήν την ρήση μου φαινόταν κάπως υπερβολικό να εξισώνονται αυτές οι δύο έννοιες, Πόλεμος και Έρωτας, αφού το κακό που προκαλεί ο πρώτος είναι απείρως ισχυρότερο, μαζικότερο και πολύ πιο απάνθρωπο. Άλλωστε, η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη με αφανισμούς χωρών και πολιτισμών ολόκληρων, με ολοκαυτώματα, με γενοκτονίες, με εθνοκαθάρσεις, με εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εν γένει με κακό που ο έρωτας σπάνιες φορές έχει προκαλέσει σε τέτοια έκταση, ακόμη και αν υποθέσουμε λ.χ. ότι ο Τρωικός Πόλεμος και η λεηλασία της Τροίας ήλθαν ως αποτέλεσμα μιας ερωτικής ιστορίας, του Πάριδος και της Ωραίας Ελένης.
Τελειώνοντας το βιβλίο, αναλογίστηκα τις ουκ ολίγες υποθέσεις γνωστών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας γύρω από τις σκοτεινές όψεις του έρωτα και ανέσυρα την εμπειρία και την παρατήρηση της ίδιας της ζωής, για να διαπιστώσω ότι οι όψεις του Κακού που μπορεί να εκπορεύονται από τον έρωτα είναι ενδεχομένως περισσότερες από τις εκδηλώσεις του Κακού που προκαλεί ο πόλεμος. Ανέτρεξα λοιπόν στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, με βάση την ταξινόμηση των σοβαρότερων σύμφωνα με την Καθολική εκκλησία αμαρτημάτων όπως την καθόρισε ο Πάπας Γρηγόριος Α΄ πριν 1.400 και πλέον χρόνια και διαπίστωσα πως ένας ερωτευμένος, ανάλογα με την έκβαση, τα αδιέξοδα τα εμπόδια και δυσκολίες που συναντά, είναι ικανός και για τα 7 αυτά αμαρτήματα που χαρακτηρίζονται «θανάσιμα».
Με βάση την σοβαρότητά τους, τα επτά αυτά θανάσιμα αμαρτήματα, είναι:
Ακηδία (acedia).
Αλαζονεία (superbia)
Λαιμαργία (gula).
Λαγνεία (lussuria).
Απληστία (avaritia).
Οργή (ira).
Ζηλοφθονία (invidia).
Ο Πολεμιστής, ακόμη και ο πιο ωμός, ακόμη και αν μάχεται κινούμενος από ελατήρια υπαγόμενα στην λίστα που συνέταξε ο Πάπας Γρηγόριος, δεν μπορεί να τα καλύπτει και τα επτά. Για παράδειγμα, ένας πολεμιστής δεν μπορεί να είναι οκνηρός κι αδιάφορος, να υποπίπτει δηλαδή στο αμάρτημα της ακηδίας. Ακηδία στον πόλεμο ισοδυναμεί με αυτοκτονία αφού οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στον θάνατο, οπότε μπορεί να πολεμά συνοδεύοντάς τον κάποια (ή και όλα) από τα υπόλοιπα έξι. Αντίθετα, ο ερωτευμένος είναι ικανός να πέσει και στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Παίρνοντας ένα – ένα τα 7 αμαρτήματα είδα πως κάλλιστα μπορεί να πέσει και στα 7 ένας ερωτευμένος.
Αλαζονεία. Η εκκλησία την θεωρεί «μήτρα» όλων των αμαρτημάτων» και, όχι τυχαία, την συνδέει με τον Εωσφόρο.
Στην ψυχολογία, η υπερηφάνεια είναι απλώς ένα ανθρώπινο συναίσθημα το οποίο αναγνωρίζεται και στην «γλώσσα του σώματος» (σχεδόν σταθερό μειδίαμα, κεφάλι ψηλά, σώμα στητό και χέρια ανασηκωμένα ή στη μέση, κ.λπ.). Είναι δε τόσο πηγαίο που τα ίδια συμπτώματα και εκδηλώσεις της συναντά κανείς από τους πιο «πρωτόγονους» πολιτισμούς ως τους πιο «εξελιγμένους».
Τα συναντά δε, συχνότατα στους πρωταθλητές σε ομαδικά και ατομικά αθλήματα, σε επιτυχημένους επιχειρηματίες, σε αναγνωρίσιμους καλλιτέχνες, κ.λπ. εν γένει σε όσους αισθάνονται όταν έχουν επιτύχει κάτι. Υπάρχει όμως ένα όριο που αν το ξεπεράσει η απλή υπερηφάνεια μεταλλάσσεται σε αλαζονεία, αυτήν την «υβριστική υπερηφάνεια» η οποία συνδέεται με τον ναρκισσισμό και διαθέτει ουκ ολίγες αρνητικές πλευρές.
Η «αλαζονεία» ενός ερωτευμένου είναι η υπερβολή της απλής υπερηφάνειας και, όπως συμβαίνει με όλους όσοι πέφτουν σε κάποιο από τα αμαρτήματα, δεν το αντιλαμβάνονται ως κάτι αναγκαστικά «κακό». Το βλέμμα και η στάση σώματος «αυτός/αυτή μου ανήκει» μπορούν να πάρουν πολλές μορφές από μια τεράστια γκάμα που ξεκινούν από την απλή τάση κτητικότητας και φθάνουν ως την «επίδειξη του τροπαίου» που είναι ίσως και ο ορισμός της αλαζονείας.

Ζηλοφθονία. Το πρώτο συνθετικό της, η ζήλεια, υπάρχει στην συντριπτική πλειονότητα των ερωτευμένων. Πολλοί στοχαστές ισχυρίζονται ότι η ζήλεια ενυπάρχει αξιωματικά στον έρωτα αλλά δεν είναι απαραίτητο να εξωτερικευθεί ακόμη και στις περιπτώσεις που οι παράγοντες που θα έπρεπε να την αποκλείουν(ανοιχτές σχέσεις, πολυγαμική αντίληψη, κ.λπ.) είχαν απλώς ιδεολογικοποιηθεί από τον ερωτευμένο άνθρωπο. Αλλά ακόμη και οι αναλυτές των μύθων υπενθυμίζουν σχετικά το πρότυπο της Ήρας στο ελληνικό δωδεκάθεο.
Αφοί λοιπόν υπάρχει το πρώτο συστατικό , είναι θέμα «ευκαιριών» που θα δοθούν για να συμπληρωθεί με το δεύτερο (φθόνος) και να μετουσιωθεί σε ζηλοφθονία. Οι «ευκαιρίες» αυτές δίνονται συνήθως μέσα από την σύγκριση που κάνει ο εραστής ή η ερωμένη με τον/την σύντροφο και διαπιστώνει πως το ταίρι του είναι καλύτερο, ικανότερο, ποθητότερο, κλπ.
Άλλη πολύ συχνή ευκαιρία που δίνεται είναι το παρελθόν του άλλου.
Η ζήλεια είναι το συναίσθημα που νιώθουμε όταν φοβόμαστε ότι θα χάσουμε κάποιον ή κάτι εξαιτίας κάποιου ανταγωνιστή. Αντιθέτως ο φθόνος «πυροδοτείται» όταν κάποιο άλλο πρόσωπο επιτύχει ή αποκτήσει κάτι το οποίο και εμείς θα θέλαμε να έχουμε. Βασικό χαρακτηριστικό του είναι ότι συνήθως επιθυμούμε το κακό εκείνου που έχει αυτό που εμείς δεν έχουμε. Ή το κακό εκείνου που φοβόμαστε ότι εποφθαλμιά αυτό (αυτόν/αυτήν) που κατέχουμε. Ο Οθέλλος και η Αΐντα είναι 2 κλασικά πρότυπα ανδρικής και γυναικείας ζήλειας αντίστοιχα, όμως την ζήλεια που μεταλλάσσεται σε ζηλοφθονία την συναντούμε καθημερινά.

Λαιμαργία. Οι ειδικοί, ψυχολόγοι κ.λπ. έχουν αναλύσει λεπτομερώς και εμπεριστατωμένα την σχέση της ερωτικής αποτυχίας, της ερωτικής απόρριψης, του χωρισμού από μια ερωτική σχέση ή και της καταπιεσμένης ερωτικής ζωής με εμμονές για τροφές πλούσιες σε υδατάνθρακες όπως είναι το ψωμί, τα γλυκά ή τα μπισκότα, με τα λιπαρά, κυρίως γλυκά και ειδικά την σοκολάτα προκειμένου για ερωτική απογοήτευση και φόβο ερωτικής μοναξιάς. Η λαιμαργία στις περιπτώσεις αυτές έχει την εξήγησή της: οι υδατάνθρακες αυξάνουν τα επίπεδα της σεροτονίνης (ορμόνη που ανεβάζει τη διάθεση) ενώ γενικότερα το φαγητό μετατρέπεται σε υποκατάστατο τεχνητής ευτυχίας, κυρίως ερωτικής.

Ακηδία. Με μια πρώτη, επιδερμική ανάγνωση, η ακηδία (οκνηρία/αδιαφορία) φαίνεται να διαφέρει από τα άλλα 6 θανάσιμα αμαρτήματα εμφανιζόμενο ως το διαμετρικά αντίθετό τους αφού τα άλλα 6 αμαρτήματα είναι η απόρροια της απώλειας του ελέγχου των συναισθημάτων η οποία με την σειρά της οδηγεί σε υπερβολικές συμπεριφορές ενώ η ακηδία σε μη εκδήλωσή τους.
Σύμφωνα με αρκετούς ψυχολόγους, η οκνηρία/αδιαφορία οφείλεται σε έλλειψη «κινήτρου» είτε ενδογενούς (για να νιώσουμε εμείς ωραία) είτε εξωγενούς (για αντάλλαγμα ή ανταμοιβή) που με την σειρά της μπορεί να έχει και αυτή προκληθεί από τον φόβο της αποτυχίας, από μια μη ρεαλιστική τελειομανία ή από αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος που καμιά σχέση δεν έχει με την απλή «τεμπελιά», η οποία εξηγείται και ως αταβιστική μνήμη από τους παλαιούς μας προγόνους οι οποίοι ζώντας σε αντίξοες συνθήκες εξοικονομούσαν με τον τρόπο αυτόν ενέργεια που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να τους φανεί χρήσιμη.
Παρουσιάζεται λοιπόν ουκ ολίγες φορές το φαινόμενο ένας άνθρωπος να έχει θέσει συγκεκριμένο ερωτικό πρότυπο, από οιδιπόδειου τύπου (την μητέρα του) ή συμπλέγματος της Ηλέκτρας (τον πατέρα της) μέχρι μια εξιδανικευμένη εικόνα είτε πρώην συντρόφου ή κάποιου/κάποιας που θα ήθελε να κάνει ερωτικό σύντροφο αλλά ακόμη και κινούμενος από μια ώθηση του πλατωνικού/εξιδανικευμένου έρωτα σε προσωποποιημένη βάση ή τέλος από θαυμασμό ενός ανθρώπου για κάποια χαρίσματά του.
Η απόσταση μεταξύ της αναζήτησης αυτού του προτύπου και της κατάκτησης/επίτευξης του στόχου είναι συνήθως τεράστια. Η συνεπαγόμενη απογοήτευση είναι τριπλής εκδοχής:
α) είτε η απόσταση που διαπιστώνεται μεταξύ προτύπου και πραγματικότητας είναι τεράστια και έρχεται η απογοήτευση
β) είτε ο φόβος για το «ιδανικό» και την «σπανιότητα» που βλέπει κάποιος (πραγματικό ή φανταστικό δεν έχει σημασία) στο αντικείμενο του πόθου τον αποθαρρύνει, τον «εκμηδενίζει» καθώς αισθάνεται ανάξιός του κλπ.
γ) είτε το πρότυπο (κάτι που συμβαίνει όχι σπάνια) είναι πρακτικώς αδύνατο να το έχεις (από το πιο συνηθισμένο, π.χ. να είναι σταρ του σινεμά που «διεκδικούν» χιλιάδες ακόμη) είτε φυσικώς αδύνατο είτε ακόμη «απαγορευμένο» (π.χ. σε κάποιες κοινωνίες απαγορεύεται ακόμη κα η σχέση ανάμεσα σε άτομα διαφορετικού θρησκεύματος) οπότε ο ερωτευμένος χάνει την αυτοεκτίμησή του και νιώθει αποτυχημένος με επακόλουθο της ακηδία.
Οι αντιδράσεις του εξ αντικειμένου ανανταπόκριτα ερωτευμένου σε αυτές και σε άλλες, ανάλογες περιπτώσεις, είναι πολλές ποικίλες, μεταξύ αυτών δε και εκείνες που εντοπίζονται σε κάποιες από τρεις μορφές βαριάς κατάθλιψης: αδιαφορία, παραίτηση, έλλειψη και του παραμικρού ενδιαφέροντος για κοινωνικές σχέσεις, για τους άλλους ή και για τον ίδιο του τον εαυτό.

Λαγνεία. Πρόκειται, προφανώς, για το περισσότερο ταυτισμένο με τον έρωτα θανάσιμο αμάρτημα καθώς συνδέεται άμεσα με την σεξουαλική ορμή, η οποία με την σειρά της υπακούει και στην εξελικτική σκοπιμότητατης διαιώνισης του είδους.
Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του «ορθού» έρωτα και της λαγνείας είναι το ποιού την ικανοποίηση ζητά ο καθένας: αποκλειστικά την δική του ή και του/της συντρόφου. Εάν συμβαίνει μόνο το πρώτο, αυτή είναι η πρώτη ύλη της λαγνείας. Αλλά και τα δύο να συνυπάρχουν, η ανισοβαρής αναλογία στο μείγμα υπέρ της πρώτης εκδοχής ήτοι της αναζήτησης της σεξουαλικής ικανοποίησης σε βάρος του αμοιβαίου ενθουσιασμού και της ευφορίας και των αισθημάτων αφοσίωσης, την αίσθηση ηρεμίας που προσφέρει ένας μόνιμος σύντροφος οδηγεί στο εν λόγω θανάσιμο αμάρτημα.

Απληστία. Συνήθως ταυτίζεται με την λατρεία του υλικού πλούτου και του χρήματος. Αυτό θεολογικά. Υπό την ευρεία έννοια όμως, όταν υπεισέρχονται κοινωνικά και ψυχολογικά κριτήρια, απληστία θεωρείται κάθε υπερβολική έκφραση ενός βασικού «υλιστικού» ενστίκτου. Δεν πρόκειται μόνο για επιθυμία για χρήματα ή για κοινωνική θέση, αλλά και για την ανάγκη της συνεχούς κοινωνικής επιβεβαίωσης ή και ψυχολογικής ασφάλειας που αν και δεν συνιστούν υλικά αγαθά, εν τούτοις γενούν άπληστες συμπεριφορές. Αν μεγαλώσει κάποιος σε περιβάλλον ψυχρό ή καταπιεστικό, σε κατάσταση φτώχειας ή με άλλες δυσκολίες, σχεδόν κατά κανόνα εμφανίζει τάσεις απληστίας. Η οποία απληστία δεν έχει ως ζητούμενο μόνο τα υλικά αγαθά. Τα διαφημιστικά μηνύματα λόγου χάριν που έχουν να κάνουν με πολυτελή προϊόντα, π.χ. την αγορά ενός υπερπολυτελούς αυτοκινήτου, συχνότατα συνοδεύουν το μήνυμα με μία λίαν ευειδή και αισθησιακή κοπέλα που τους υπενθυμίζει ότι οι πολλαπλές ερωτικές επιτυχίες αποτελούν εκ των ών ουκ άνευ προϋπόθεση για να δείχνει κάποιος επιτυχημένος. Ο αριθμός των ερωτικών συντρόφων με το εμφανισιακό μάξιμουμ δυνατό καταντά τρόπαιο υλιστικής επίδειξης και παράδειγμα άπληστης συμπεριφοράς.

Οργή. Σχεδόν όλα τα 6 προηγούμενα αμαρτήματα μπορούν να οδηγήσουν ανά πάσα στιγμή στο 7ο που είναι η οργή.
Ο οργή είναι επί πραγματικού το αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχεται κάποιος (αυτό ισχύει και στα ζώα όπως είχε παρατηρήσει και ο Δαρβίνος) και επί ψυχολογικού το αποτέλεσμα της απειλής/ του φόβου της επίθεσης ή της απώλειας.
Ο ερωτευμένος άνθρωπος ανήκει στην κατηγορία των πιο ευπαθών ομάδων ως προς τον κίνδυνο απώλειας της ψυχραιμίας. Η ερωτική απογοήτευση, η αδυναμία να αποκτήσει κάποιος το αντικείμενο του πόθου του, έχει ως αποτέλεσμα φαινομενικά ανεξήγητες εκρήξεις οργής που εκδηλώνονται με την πιο άσχετη αφορμή. Τα δε παραδείγματα μέσα από την παγκόσμια λογοτεχνία είναι ουκ ολίγα. Ακόμη και η Ιλιάδα ξεκινά με την οργή του Αχιλλέα όταν ο Αγαμέμνων έστειλε τους αγγελιαφόρους του, τον Ταλθύβιο και τον Ευρυβάτη, και του πήραν τη Βρισηίδα, το ερωτικό «αντικείμενο» – λάφυρο. Αυτός ο θυμός («μήνις») του Αχιλλέα αποτελεί το θέμα του έπους όπως γράφουν και οι πρώτοι δύο στίχοι του διάσημου αυτού έργου («Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος οὐλομένην, ἣ μυρί᾿ Ἀχαιοῖς ἄλγε᾿ ἔθηκε…»)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s