Home
To 1948, όταν γράφτηκε το πρώτο αρχοντορεμπέτικο, το τραμ το τελευταίο περνούσε στις 11:30 το βράδυ.

To 1948, όταν γράφτηκε το πρώτο αρχοντορεμπέτικο, το τραμ το τελευταίο περνούσε στις 11:30 το βράδυ.

Υπάρχουν κάποια τραγούδια τα οποία είναι από μόνα τους ιστορία. Ένα από αυτά, είναι και «το τραμ το τελευταίο». Πέραν του ότι αγαπήθηκε από το κοινό και τραγουδήθηκε επί δεκαετίες, πρόκειται για «ιστορικό» τραγούδι ακόμη και μόνο με την αναφορά των συντελεστών και του χωροχρόνου που συνδέονται με αυτό.
Το τραγούδι αυτό έχει καταγραφεί ως το πρώτο αρχοντορεμπέτικο. Η ληξιαρχική πράξη γέννησής του φέρει την ημερομηνία 22 Μαΐου 1948. Τότε πρωτοακούστηκε, με τον εμφύλιο ακόμη σε εξέλιξη, στην επιθεώρηση «Άνθρωποι, άνθρωποι» σε μουσική Μιχάλη Σουγιούλ και κείμενα Γιαννακόπουλου – Σακελλάριου. Ανάμεσα στους ηθοποιούς που έπαιξαν ήταν ο 24χρονος τότε Νίκος Ρίζος, η μόλις 18 χρονών Σμαρούλα Γιούλη και η 22χρονη Ειρήνη Παππά. Λίγο μεγαλύτεροι ήταν οι μετέπειτα αστέρες της ελληνικής κινηματογραφικής κωμωδίας, 35ρηδες τότε Μίμης Φωτόπουλος και Ντίνος Ηλιόπουλος. Ακόμη μεγαλύτερος ο 42χρονος Χρήστος Τσαγανέας και ακόμη περισσότερο ο Ορέστης Μακρής λίγους μήνες πριν κλείσει τα 50. Ανάμεσα σε αυτούς και μια 20χρονη ηθοποιός, ένα από τα ανερχόμενα ταλέντα που στην ηλικία των 15 χρόνων μέσα στην κατοχή, το 1943, ξεκίνησε να ακολουθεί τα μπουλούκια της εποχής, η Σπεράντζα Βρανά Από μπουλούκι σε μπουλούκι, βρέθηκε το 1948 να λέει ένα «ιστορικό» τραγούδι, σε μια «ιστορική» παράσταση, σε ένα «ιστορικό» θέατρο με έναν «ιστορικό» θεατρικό παραγωγό. Το τραγούδι που είπε η Ελπίδα Χωματιανού (αυτό ήταν το πραγματικό όνομα της Μεσολογγίτισσας ηθοποιού που θα γινόταν στην συνέχεια «sex symbol» σύμβολο γυναικείας χειραφέτησης και είδωλο της επιθεώρησης) ήταν το θρυλικό «Το τραμ το τελευταίο». Το θέατρο ήταν το «Μετροπόλιταν» επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας 16 το οποίο λειτούργησε την ίδια χρονιά ως η πρώτη θερινή στέγη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ήταν το θέατρο που στην συνέχεια φιλοξένησε μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές του ελληνικού θεάτρου, όπως η «Οδός Ονείρων» που παρουσίασε ο Μάνος Χατζιδάκις σε σκηνοθεσία Σολομού, με κομπέρ τον Χορν όταν ανέβηκε η παράσταση στις 14 Ιουνίου 1962 και στην συνέχεια την Βουγιουκλάκη, τότε που σε απόσταση ολίγων τετραγώνων, στο «Παρκ», παιζόταν η «Όμορφη Πόλη» του Μίκη Θεοδωράκη, σε μια σύμπραξή του με τον Μποστ και τον Κακογιάννη, και πρωταγωνιστές την Καλουτά και τον Μπιθικώτση.
Ο δε παραγωγός της παράστασης ήταν ο Βασίλης Μπουρνέλλης.
Ο Μπουρνέλλης είχε ανεβάσει ως θεατρικός επιχειρηματίας επιθεωρήσεις ήδη από την Κατοχή, όπως το «Έτσι είν’ η ζωή» του συγγραφέα Κώστα Γιαννίδη την περίοδο 1942-1943 στο Θέατρο Παπαϊωάννου με Ρένα Βλαχοπούλου, Πέτρο Κυριακό, Ορέστη Μακρή και άλλους και θα συνέχιζε να ανεβάζει επιθεωρήσεις ως και την μεταπολίτευση (το 1974-1975 ανέβασε το «Μαντώ Μαυρογένους-Προδομένος Λαός» στο θέατρο «Αλίκη» του συγγραφέα Γιώργου Ρούσσου, σε σκηνικά και κοστούμια Σπύρου Βασιλείου με Αλίκη Βουγιουκλάκη , Άννα Παϊτατζή, Αθηνά Μιχαηλίδου, Δημήτρη Μπισλάνη, Βύρωνα Πάλλη, Μάνο Κατράκη, Νικήτα Τσακίρογλου, Τέτη Σχοινάκη, Σοφία Μυρμηγκίδου, Δημήτρη Μπισλάνη και άλλους).
Το «Τραμ το τελευταίο» ήταν το πρώτο τραγούδι που είπε η Σπεράντζα Βρανά και είναι μάλλον απίθανο να φανταζόταν τότε, πάνω στο «σανίδι» του «Μετροπόλιταν» πως θα το ξαναέλεγε 60 χρόνια αργότερα στο Ηρώδειο. Στην ίδια επιθεώρηση ήταν που ο Μίμης Φωτόπουλος πρωτοείπε το περίφημο «και μετά θα κάααθεσαι» και που ο Ντίνος Ηλιόπουλος έκανε γελώντας το σκετς «Κακακά, κικικί και κοκοκό».
Σε μια συνέντευξή της η Βρανά είχε εξιστορήσει το πώς γράφτηκε το τραγούδι: «…Τότε οι επιθεωρήσεις είχαν δύο μέρη. Το πρώτο, που διαρκούσε δύο ώρες, είχε νούμερα και χορευτικά και το δεύτερο, ημίωρο, ήταν ένα μεγάλο κωμικό σκετς -για να φεύγει ο κόσμος με το γέλιο. Μια μέρα λοιπόν ο Σακελλάριος κι ο Γιαννακόπουλος έδωσαν ραντεβού στις 8 το βράδυ για να γράψουν το δεύτερο μέρος του έργου. Ο Σακελλάριος όμως αποκοιμήθηκε και ξύπνησε στις 11. Παίρνει τον Γιαννακόπουλο και του λέει «δεν θα ‘ρθω, γιατί είναι 11 και δεν θα προλάβω το τραμ το τελευταίο»» -πέρναγε τότε 11.30. «Δεν χρειάζεται», του λέει ο Γιαννακόπουλος, «βρήκα τι θα βάλουμε στην δεύτερη πράξη…». Κι έτσι έγραψε το σκετς «Το τραμ το τελευταίο»…». Οι στίχοι ήταν των Γιαννακόπουλου – Σακελλάριου και η μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ.
Αργότερα, το είπαν ντουέτο σε πρώτη δισκογραφική εκτέλεση ο Τώνης Μαρούδας και ο Νίκος Παπαδάκης.
Οι στίχοι του είναι οι εξής:
Εσούρωσα κι αργήσαμε, μα όσο και να φταίω,
περπάτα να προλάβουμε το τραμ το τελευταίο.
Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι,
Ντράγκα-ντρουγκ μες στο βραδάκι.
Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι,
να μας πάει κούτσα-κούτσα στο φτωχό μας το τσαρδάκι.
Περνούν πολύ μιζέρικα τα νιάτα μας τα έρμα,
αλλ’ άνοιξε το βήμα σου, να φτάσουμε στο τέρμα.
Ντράγκα-ντρουγκ κι αν βρούμε θέση,
θα στρωθείς και θα σ’ αρέσει.
Ντράγκα-ντρουγκ κι αν βρούμε θέση,
λίγο απάνω σου να γείρω, γιατί έχω γίνει φέσι.
Εμείς με τραμ πηγαίνουμε και άλλοι με ταξάρες,
Για μας τα ντόρτια κ’ οι διπλές και γι άλλους οι εξάρες.
Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι,
Ντράγκα-ντρουγκ μες στο βραδάκι.
Ντράγκα-ντρουγκ το καμπανάκι,
Ντράγκα-ντρουγκ τι κρίμα που ‘ναι να ‘σαι τόσο φτωχαδάκι.
Το τραγούδι αυτό θεωρείται ότι αποτελεί το πρώτο μιας νέας εποχής που σηματοδοτεί τη σχολή του Αρχοντορεμπέτικου.
Ο τίτλος εκείνης της ιστορικής επιθεώρησης είναι «δανεισμένος» από τα λόγια που έλεγε ο Χρήστος Τσαγανέας στον ρόλο του «τρελού» στην μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται».
Η παράσταση «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» ανέβηκε το 1946 στο Θέατρο Ρεξ-Κοτοπούλη με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Λογοθετίδη, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Η δε ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», παραγωγής της Φίνος Φιλμ, έκανε πρεμιέρα στις 5 Ιανουαρίου του 1948 και έκοψε μόνο στην πρώτη προβολή στην Αθήνα 136.033 εισιτήρια. Στην επιθεώρηση, ο μονόλογος του κινηματογραφικού «τρελού» είναι ελαφρώς παραλλαγμένος:
«Άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι,
αιμοχαρείς και αιμοδιψείς
που ο θυμός σας ο αψύς
όλα τα κάνει στάχτη.
Άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι,
αναφωνώ με σπαραγμό,
βάλτε στα μίση σας φραγμό
και στις κακίες φράχτη.
Γιατ’ όπως πάτε. Όλ’ η γη,
στου αίματός σας θα πνιγεί
τον καταρράχτη».
Ο Μιχάλης Σουγιούλ θεωρείται λοιπόν ο «πατέρας» του αρχοντορεμπέτικου, ως ελαφρολαϊκή εξέλιξη του ρεμπέτικου στο οποίο η Αριστερά είχε κηρύξει πόλεμο με σειρά άρθρων στον «Ριζοσπάστη» Ιανουάριο και Φεβρουάριο 1944 και το οποίο ρεμπέτικο ουσιαστικά «νομιμοποιήθηκε» κάπου μεταξύ 1946 και 1949. Θα ακολουθήσουν από τον ίδιο συνθέτη επιτυχίες όπως «Κάποια μέρα» (1950) «Χαράμι» (1951) «Τραμπαρίφας» (1952) ενώ το συγκεκριμένο είδος θα υπηρετήσουν ακόμη οι Γιάννης Βέλλας, Ιωσήφ Ριτσιάρδης, Τάκης Μωράκης και άλλοι με ερμηνευτές όπως ο Φώτης Πολυμέρης, η Μάγια Μελάγια, ο Τζίμης Μακούλης και ο Νίκος Γούναρης.
Με τον θάνατο του Μιχάλη Σουγιούλ, 10 χρόνια μετά «το τραμ το τελευταίο» τελειώνει ουσιαστικά και το αρχοντορεμπέτικο, καθώς σταδιακά κυριαρχούν Θεοδωράκης – Χατζιδάκις ενώ ανατέλλει και η εποχή του ελαφρολαϊκού τραγουδιού.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s