Home
"Πλούτος" του Αριστοφάνη, σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, Κολλέγιο Αθηνών, 1932 (φωτογραφία: συλλογή Ντίμη Αργυρόπουλου).

«Πλούτος» του Αριστοφάνη, σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, Κολλέγιο Αθηνών, 1932 (φωτογραφία: συλλογή Ντίμη Αργυρόπουλου).

Όταν κάποιος έχει αφιερώσει περισσότερο από μισόν αιώνα στο θέατρο, είναι πολύ δύσκολο να τον ταυτίσεις με μια παράσταση, έναν ρόλο ή ένα έργο. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο κάποιος είναι ο Κάρολος Κουν. Όταν σε αυτόν τον μισό αιώνα σκηνοθέτησε Ίψεν, Σοφοκλή, Χορτάτση, Ευριπίδη, Σαίξπηρ, Γκόγκολ, Μολιέρο, Τσέχωφ, «Βυσσινόκηπο»… «Κατά φαντασίαν ασθενή»… «Παντρολογήματα»… «Άνθρωπους και ποντίκια»… «Αγριόπαπια» κ.λπ. είναι αδύνατο να ταυτίσουν έναν άνθρωπο του θεάτρου όπως ο Κουν με κάποιον συγκεκριμένο θεατρικό συγγραφέα / δραματουργό. Ωστόσο, μπορεί κάλλιστα να συμβεί το αντίθετο. Όποτε ακούω για ανέβασμα Αριστοφάνη, περνάνε από το μυαλό μου διάφορες εικόνες και ονόματα μεταξύ του οποίου και του Κουν. Αλλά όποτε ακούω για μια συγκεκριμένη κωμωδία, τον «Πλούτο» οι συνειρμοί με οδηγούν κατευθείαν στον Κουν.
Οι λόγοι που συμβαίνει αυτό, είναι αρκετοί. Πρώτος και καλύτερος διότι ο ίδιος ο Κουν φάνηκε να επιλέγει τον «Πλούτο» για τα ξεκινήματά του.
Το 1932, ο Κουν είχε κλείσει μόλις 3 χρόνια στην Αθήνα και 2 χρόνια νωρίτερα είχε πιάσει δουλειά ως καθηγητής αγγλικής γλώσσας  και θεάτρου στο Κολλέγιο Αθηνών. Εκεί, ανέβασε τις πρώτες του παραστάσεις, σκηνοθετώντας τους μαθητές του. Ανάμεσα σε αυτούς και οι Δημήτρης Χορν και Αλέξης Σολομός. Το πρώτο δε έργο που σκηνοθέτησε ήταν ο «Πλούτος». Ακολούθησε μία ακόμη Αριστοφανική κωμωδία , οι «Όρνιθες» και αμέσως μετά σκηνοθέτησε την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ. Συν τω χρόνω, οι παραστάσεις αυτές έγιναν γνωστές στο αθηναϊκό κοινό και πολλοί έσπευδαν στο Κολλέγιο να τις παρακολουθήσουν.
Δύο χρόνια αργότερα, ο Κουν μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Διονύσιο Δεβάρη, ίδρυσαν την Λαϊκή Σκηνή όπου ανέβασε ξανά τον «Πλούτο». Μάλιστα, μία από τις παραστάσεις του «Πλούτου» είχε δει και ο Αιμίλιος Βεάκης και ιδού τι είχε γράψει σε επιστολή του:
«Αθήνα, 6 Απριλίου, 1936
Φίλε, κύριε Κάρολε Κουν
Δεν είχα ως τώρα παρακολουθήσει καμιά από τις προηγούμενες θεατρικές σας εργασίες. Ήρθα στον «Πλούτο» σας αρματωμένος μ’ όλη τη γεροντική δυσπιστία των 52 χρόνων μου. Έφυγα νεανίας 20 χρονών. Δεχτείτε παρακαλώ το σεβασμό μου.
Αιμίλιος Βεάκης».
Σχεδόν 20 μετά, το 1957, ο Κάρολος Κουν σκηνοθέτησε ξανά τον «Πλούτο» σε μια παράσταση που παρουσίασε  στο Θέατρο του Πάρκου. Μια παράσταση θρυλική,  γεμάτη με λαϊκά στοιχεία. Την μουσική έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις ο οποίος εμπνεύσθηκε από τα ρεμπέτικα. Τα σκηνικά και τα κοστούμια, πολύχρωμα όλα, φιλοτέχνησε ο Γιάννης Μόραλης.
Για κάποιον επίσης ανεξήγητο λόγο, ο «Πλούτος» είναι γενικότερα ταυτισμένος με πολλές ιστορικές «πρωτιές». Για παράδειγμα, η πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος στην νεώτερη εποχή ήταν το 1549 ο «Πλούτος» του Αριστοφάνη στο College de Conqueret, στο Παρίσι, 22 χρόνια πριν την ερασιτεχνική παράσταση των Περσών από φοιτητές σε ιταλική διασκευή, επ’ ευκαιρία του εορτασμού της νίκης επί του τουρκικού στόλου στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου.
Αλλά και η πρώτη παράσταση αριστοφανικής κωμωδίας στα νέα ελληνικά από επαγγελματίες, το 1868, ήταν πάλι ο «Πλούτος» σε διασκευή Μ. Χουρμούζη από τον θίασο «Μένανδρος» στο Θέατρο Μπούκουρα.
Ο «Πλούτος» είναι ένα έργο με ματιά παρουσιασμένη «από κάτω». Με ματιά δηλαδή από τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα, από τους μη έχοντες, από το αντικείμενο της εκμετάλλευσης. Ο ήρωας της υπόθεσης είναι ένας καταχρεωμένος γέρος αγρότης, ο Χρεμύλος, ο οποίος σκαρφίζεται διάφορα τεχνάσματα προκειμένου να εξαπατήσει τους δανειστές του γι αυτό και πήρε το συγκεκριμένο όνομα από τον Αριστοφάνη (Χρέος + Αιμύλω = Εξαπατώ). Επιστρέφοντας με τον δούλο του Καρίωνα από το Μαντείο των Δελφών το οποίο επισκέφθηκε έχει κατά νου ότι στο ερώτημα για το πώς να αναθρέψει τον γιο του (φτωχό και τίμιο ή πλούσιο και απατεώνα) τον χρησμό που πήρε, να φιλοξενήσει τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντήσει εξερχόμενος του ναού. Και αυτός είναι ένας τυφλός ρακένδυτος και δύστροπος γέρος που κρύβει την πραγματική του ταυτότητα, ότι είναι ο θεός Πλούτος. Τον γέρο αυτόν τον έχει τυφλώσει ο Δίας, για να μην βλέπει πώς μοιράζει τα πλούτη του και ο Πλούτος φοβόταν πως αν ξαναδεί, ο θεός θα θυμώσει και θα προξενήσει καταστροφές στην ανθρωπότητα. Ο Χρεμύλος κατορθώνει να μεταπείσει τον Πλούτο ώστε να γιατρευθεί και να πλουτίζουν πλέον οι καλοί άνθρωποι και όχι οι απατεώνες. Όμως, παρεμβαίνει η αποκρουστική γριά θεά Πενία η οποία προσπαθεί με διάφορα επιχειρήματα να πείσει τους φτωχούς πως αν ξαναδεί ο Πλούτος θα γίνουν οκνηροί, δεν θα έχουν ζήλο για εργασία. Στην σύγκρουση άμεσα στον Χρεμύλο και την Πενία, ο αγρότης την καθησυχάζει με σκωπτική επιχειρηματολογία.
Ο Πλούτος επιστρέφει στους ανθρώπους, όμως οι διάφοροι απατεώνες, καταχραστές, ιερείς και θεοί βρίσκονται σε απόγνωση αφού χάνουν τα προνόμιά τους. Μέχρι και θεός Ερμής ξεπέφτει αφού κανείς πια δεν επικαλείται την δύναμη του «Κερδώου» θεού και τελικά εξασφαλίζει δουλειά στο σπίτι του αγρότη Χρεμύλου, ενώ στον Πλούτο παραδίδεται το ταμείο της πολιτείας.
Είναι προφανές, ότι πέραν της «από τα κάτω» ματιάς, στηλιτεύονται η άδικη κατανομή του πλούτου και η έκρηξη της διαφθοράς, θέματα διαχρονικά στον Ελλαδικό χώρο. Και αυτό σαν ένα παραμύθι όπου όχι απλώς με ένα «happy end» του τύπου «και ζήσαν αυτοί καλά» αλλά με ένα τέλος κοινωνικά/πολιτικά/οικονομικά «παραμυθένιο» όπου αίρεται η μεγαλύτερη μη φυσική ανισότητα των ανθρώπων.
Ο Μίμης Κουγιουμτζής, ο οποίος το 1994 σκηνοθέτησε για το Θέατρο Τέχνης τον «Πλούτο» είχε πει: «Τον Πλούτο, δεν ξέρω γιατί τον αισθανόμουν πάντα σαν ένα αθώο γοητευτικό παραμύθι. Με τα χρόνια όμως και με την εμπειρία που είχα από τις άλλες, πιο ολοκληρωμένες κωμωδίες του μεγάλου ποιητή, γινόμουν ολοένα πιο καχύποπτος Κάι διχασμένος. Τώρα που κάπες ενηλικιώθηκα και ξανακοίταξα το έργο ξύπνησε μέσα μου κάτι από την παιδική αθωότητα που όλοι έχουμε και χάνεται μετά. Το έργο ζωντάνεψε μέσα ιού ξανά σαν παραμύθι. Ήρθε σαν όνειρο που είχα δει παιδί…».
Ο Κουν έκανε πρώτα απ’ όλα λαϊκό –με όλη τη σημασία της λέξης- θέατρο (ίσως όχι τυχαία άλλωστε «Λαϊκή Σκηνή» ονομάστηκε το θέατρο που ίδρυσε το 1934). Υπ’ αυτήν την έννοια, ως «λαϊκή ματιά» του Αριστοφάνη αποτελεί τον αντίθετο πόλο του Εθνικού Θεάτρου που παραδοσιακά ήταν η «αστική ματιά». Ακόμη και στην στάση του σώματος των ηθοποιών στις σκηνοθεσίες του Κουν, διακρίνει κάποιος την σκυφτή στάση του ζεϊμπέκικου το οποίο λίγοι άνθρωποι της τέχνης βίωσαν στον υπερθετικό βαθμό που το βίωνε ο συνιδρυτής – μαζί με τον Κάρολο Κουν και τον Διονύσιο Δεβάρη- της Λαϊκής Σκηνής, Γιάννης Τσαρούχης. Όποτε βλέπω αυτήν την χαρακτηριστική στάση στον χορό, αυτόματα, συνειρμικά, μου έρχεται η εικόνα του Τσαρούχη να χορεύει ζεϊμπέκικο. Όπως επίσης μου θυμίζει και τις κινήσεις που κάνουν οι ήρωες στο Θέατρο Σκιών. Καθόλου τυχαίο που ο κινούμενος σε ανάλογους χώρους αναζήτησης έμπνευσης (Καραγκιόζης, ζεϊμπέκικο, ρωμαίικη παράδοση κ.λπ.) Διονύσης Σαββόπουλος, δεν αρκέστηκε μόνο στο να γράψει μουσική για Αριστοφάνη («Αχαρνής») αλλά επέλεξε να αναλάβει για πρώτη φορά σκηνοθετικό εγχείρημα –και αυτός- με τον «Πλούτο» παρουσιάζοντας στο Ηρώδειο το καλοκαίρι του 2013 την τελευταία σωζόμενη κωμωδία του Αθηναίου σατιρικού ποιητή (γράφτηκε το 388 π.Χ.).
Αλλά η «λαϊκή ματιά» του Κουν στον Αριστοφάνη φαίνεται και στους συνεργάτες του και στις επιρροές του. Η πρώτη επιρροή που δέχθηκε ήταν ο Κόντογλου. Ήταν αυτός που τον μύησε στην λαϊκή παράδοση και ήταν αυτός που εμφύσησε σε ένα νεαρό κοσμοπολίτη που μεγάλωσε με Γερμανίδες γκουβερνάντες και σπούδασε στην Γαλλία, την ιδέα του Ρωμαίικου, από την αρχαία παράδοση και μέσα από το Βυζαντινό παρελθόν και την μεταβυζαντινή περίοδο στον 20ο αιώνα. Ο Κουν μιλούσε για τον «λαϊκό εξπρεσιονισμό» ως αισθητικό κίνημα που το δούλεψε με επιμονή και συνέπεια στον Αριστοφάνη, εισάγοντας νεοελληνικά βιώματα, λαϊκές μορφές της εικονογραφίας -ακόμη και από την βυζαντινή τέχνη- αλλά και στοιχεία από αγροτικά δρώμενα και λαϊκά πανηγύρια. Σε αντίθετη κατεύθυνση βρέθηκε αισθητικά λόγου χάριν το Εθνικό Θέατρο. Οι «Εκκλησιάζουσες» για παράδειγμα του Βουτσινά το 1996 ήταν μια σπουδαία παράσταση, η αισθητική όμως θύμιζε Μολιέρο και του Θεοδοσιάδη το 1993 με την Θεοδοσιάδη, αισθητική ιταλικής όπερας.
Αυτό ήταν ένα μέρος των επιδράσεων που έκαναν τον Κουν να δηλώσει ότι παθιάζεται με τους αρχαίους και με τον Αριστοφάνη. «Για μένα οι αρχαίοι ποιητές ήτανε όλοι, κατά κάποιο τρόπο, επαναστάτες. Άλλοι κρυφά, άλλοι πιο φανερά, άλλοι πιο έντονα, αλλά ήταν και έτσι πρέπει να είναι ο άνθρωπος» είχε πει σε μια συνέντευξή του.
Χάρη στην σφραγίδα του Κουν, ο Αριστοφάνης «νομιμοποιήθηκε» στο ελληνικό κοινό και έλαβε την θέση που του άξιζε, αφού μέχρι τότε «κακοποιείτο» από θιάσους που αρκούνταν στο να προκαλέσουν το εύκολο γέλιο από τις σκανδαλιστικού περιεχομένου αναφορές. Και βέβαια, σημαντική ήταν η προσφορά της Λαϊκής Σκηνής που απετέλεσε σταθμό στην εξέλιξη του ελληνικού θεάτρου γενικότερα. Το δε θέμα με το οποίο καταπιάνεται ο «Πλούτος» δηλαδή η άδικη κατανομή του συμβαδίζει απόλυτα με την αριστερή ιδεολογία του Θεάτρου Τέχνης. Ο Κουν είχε πει σε μια συνέντευξή του στο «Βήμα» στις 4 Οκτωβρίου 1982:
«…Η ανάγκη για ένα τέτοιο θέατρο, ένα θέατρο συνόλου, είχε ωριμάσει μέσα μου πολύ πριν, τον καιρό που ιδρύθηκε η ημι-επαγγελματική «Λαϊκή Σκηνή» το ’34 και που  διαλύθηκε το ’38 στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, επειδή παίζαμε «αριστερά έργα» όπως ο Πλούτος του Αριστοφάνη κι ο Κατά φαντασίαν ασθενής του Μολιέρου. Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά, πλούσια εποχή. Έπαιρνες πολλά και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία. Γι’ αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη της πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης, και θυσίας. Αισθανόμασταν την ανάγκη για έναν σωστότερο κόσμο, ένα κόσμο με λιγότερες ανθρώπινες ατέλειες, γι’ αυτούς από εμάς που θα επιζούσαμε.
Αψηφούσαμε το θάνατο και κυνηγούσαμε με μανία τη ζωή, χωρίς περίσκεψη και προφύλαξη και ταπεινές σκέψεις. Είμαστε γνήσιοι και αληθινοί. Τα περιθώρια των έργων που ετοιμάζαμε ήταν αναγκαστικά περιορισμένα. Αλλά στο τραπέζι της πρόβας μέσα στο συρτάρι υπήρχαν και τα έργα που ελπίζαμε να παίξουμε όταν θ’ αποκτούσαμε τη λευτεριά μας.
Επόμασταν όλοι στην αντίσταση και σχεδόν όλοι στις γραμμές του ΕΑΜ. Δεν μπορώ μέσα μου ν’ απαρνηθώ και να ξεχάσω εκείνα τα χρόνια. Τα χρόνια που πιστεύαμε ακόμα σ’ ένα κόσμο απαλλαγμένο από μικρότητες και βία. Με την απελευθέρωση και την μετακατοχική περίοδο, όλα διαλυθήκανε.
Το 1945 το «Θέατρο Τέχνης» αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία του. Άλλα περιμέναμε και άλλα μάς βρήκανε.
Χτυπήθηκαν και χάθηκαν ιδανικά και όνειρα και προοπτικές και πάνω απ’ όλα έλειψε η πίστη. Η πίστη και η μεταξύ μας συνεννόηση και επαφή.
Το 1946, με λίγο κρύα καρδιά, προσπάθησα να συμμαζέψω και να συναρμολογήσω ό,τι μπόρεσε να απομείνει. Με λίγο μαζεμένα τα φτερά λειτουργήσαμε άλλα τρία χρόνια.
Τότε πια, αναγκαστήκαμε να διακόψουμε οριστικά για λόγους οικονομικούς-πολιτικούς και εσωτερικής συνοχής. Θα ‘πρεπε να σταματήσω και να διαμορφώσω πάλι από την αρχή ένα πυρήνα. Αυτό και έγινε…».
Η αναφορά αυτή του Κουν στον αριστερό «Πλούτο» δίνει και άλλο ένα στίγμα της πορείας του ίδιου και του Θεάτρου Τέχνης και δικαιολογεί, νομίζω, το γιατί όταν ακούω για το συγκεκριμένο έργο μου έρχεται στο μυαλό ο Κάρολος Κουν. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως το ίδιο έργο έχουν προσεγγίσει με αξιόλογο τρόπο και σκηνοθέτες όπως ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο Γιώργος Αρμένης, ο Διαγόρας Χρονόπουλος, ο Μίμης Κουγιουμτζής και ο Νίκος Μαστοράκης.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, αν είχα με κάποιον τρόπο την δυνατότητα μέσω ενός χρονικού άλματος να δω μερικές παραστάσεις που δεν τις πρόλαβα λόγω ηλικίας, μία από αυτές θα ήταν και ο Πλούτος του 1957.
Σκηνοθεσία Κάρολου Κουν. Σκηνογραφία – Κοστούμια Ι. Μόραλη. Μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Καρίων: Γιώργος Λαζάνης. Βλεψίδημος: Θόδωρος Κατσαδράμης. Πλούτος: Κώστας Μπάκας. Πενία: Ελένη Παπαγιάννη. Χρεμύλος: Μηνάς Χρηστίδης. Μαντώ: Τασσώ Καβαδία. Ερμής: Γιώργος Κωνσταντίνου. Αγρότες: Γιώργος Τσιτσόπουλος… Κώστας Καζάκος… Μπάμπης Ανθόπουλος… Θάνος Γραμμένος… Δημήτρης Μπάλλας… Αγαθίας: Σπύρος Κωνσταντόπουλος. Λαμπιτώ: Μάρθα Βούρτση. Κλεψίφρων: Τάσος Δαρείος. Ιεροκλής: Κώστας Νικολάου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s