Home
Paul Delvaux: «La Vénus endormie» (1944). Λάδι σε καμβά. Tate Gallery, Λονδίνο.

Paul Delvaux: «La Vénus endormie» (1944). Λάδι σε καμβά. Tate Gallery, Λονδίνο.

Είναι αδύνατον να αποκωδικοποιηθεί πλήρως η «Κοιμωμένη Αφροδίτη» του Paul Delvaux (23.09.1897 – 20.07.1994) αν δεν ληφθεί υπόψη το «πότε» το «πού» και κυρίως «υπό ποίες συνθήκες» συνέθεσε αυτήν την διαστάσεων 173 x 199 ελαιογραφία ο επηρεασμένος από τον σουρεαλισμό Βέλγος ζωγράφος.
Ο εν λόγω πίνακας («La Vénus endormie») δημιουργήθηκε μεσούντος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1944, σε μια κατεχόμενη από τους Γερμανούς χώρα, το Βέλγιο και σε μια περίοδο βομβαρδισμών των Βρυξελλών, της πόλης όπου ζούσε ο ζωγράφος.
Η φρίκη της μεγαλύτερης πολεμικής αναμέτρησης που γνώρισε η ανθρωπότητα και ενώ ο πόλεμος είχε μπει στον 5ο χρόνο του, αποτυπώνεται στα σκούρα, ζοφερά χρώματα του πίνακα, τα οποία έρχονται σε αντίθεση με τα σχεδόν λευκά, φωτεινά ανθρώπινα σώματα τα οποία παίρνουν φως από μια μυστηριώδη πηγή, αφού το ολίγων ημερών φεγγάρι δεν αρκεί για έναν τόσο έντονο φωτισμό. Ο σκελετός, σε μια εύγλωττη αλληγορία του θανάτου, ετοιμάζεται να αποσπάσει στον κόσμο των νεκρών την ομορφιά ενός κόσμου που θα έπρεπε να είναι θεϊκά όμορφος. Όσο δε για το φως του φεγγαριού, πρόκειται με βάση αυτήν την «πολιτική» ανάγνωση (μία από τις πολλές του πίνακα) για το φως της ελπίδας που φέγγει στα σώματα των ανθρώπων, τους δίνει κουράγιο, καθώς ο πόλεμος βρίσκεται στο τέλος του, το Ανατολικό μέτωπο έχει καταρρεύσει και το επόμενο έτος η Γερμανία θα συνθηκολογήσει.
Υπάρχει όμως και η «ψυχαναλυτική» ανάγνωση, αφού άλλωστε όνειρο και υποσυνείδητο είναι αγαπημένα θέματα του σουρεαλισμού.
Η επίδραση από τις φροϋδικές θεωρίες είναι εμφανής: οι γυναίκες απεικονίζονται μεν γυμνές, ωστόσο «νευρωτικές» από την έλλειψη ικανοποίησης της λίμπιντο η οποία απονεκρώνεται συμβολικά στο σώμα της θεάς του έρωτα. Και γενικότερο όμως η ανάγνωση του πίνακα είναι και ψυχαναλυτική, καθώς εκτός από τις προφανείς αναφορές στο ασυνείδητο (σκοτάδι) το ένστικτο (τα άλογα) τον φόβο του θανάτου, κλπ. μεταφέρει βιώματα του ζωγράφου: ένα καθαρό φεγγάρι φωτίζει την πόλη όπου κοιμάται γυμνή η Αφροδίτη με τα πόδια ανοιχτά ενώ ένα μοντέλο και ένας σκελετός την παρατηρούν, συνθέτοντας ένα κοντράστ ομορφιάς και τρόμου, ερωτισμού και θανάτου. «Θυμάμαι…» θα έγραφε χρόνια μετά ο Paul Delvaux «…κάθε βράδυ, με το που σταματούσα να δουλεύω τον πίνακα, τον τοποθετούσε κάθετα στο παράθυρο σκεπτόμενος απλοϊκά πως αν έπεφτε βόμβα, αυτή θα ήταν η καλύτερη θέση για προστασία». Σε αυτόν τον πίνακα, απεικονίζεται σε μια πόλη της κλασσικός αρχαιότητας ένας ναός να φωτίζεται από το φεγγάρι. Το φεγγάρι όπως φαίνεται από το σχήμα του, είναι μόλις 2, το πολύ 3 ημερών, είναι όμως ένα καινούργιο φεγγάρι που έχει αφήσει πίσω του την ασέληνη νύχτα και το σκοτάδι και βαδίζει προς την πανσέληνο και το φως, σύμβολο της ελπίδας για τον τερματισμό του πολέμου. Εικονίζονται ακόμη ένα περίεργο κτίριο με άλογα στα δεξιά (πρόκειται για πραγματικό κτίριο, το Cirque Royal των Βρυξελλών) πολλές γυναικείες φιγούρες σε ένταση και σε αντίθεση με μια ήρεμη, κοιμωμένη Αφροδίτη. Η ατμόσφαιρα της εποχής ήταν όλο δράμα και αγωνία και εκείνην ήθελε να εκφράσει ενδεχομένως με την αντίθεση αυτή και ειδικά με τους κατοίκους να μένουν απροστάτευτοι («γυμνοί») και να το δείχνουν με τα χέρια ψηλά σε στάση απόγνωσης, ο ζωγράφος.
Ο Delvaux ξεκίνησε να ζωγραφίζει γυμνά από το τέλος της δεκαετίας του 1920 εμπνευσμένος αρχικά από Φλαμανδούς εξπρεσιονιστές όπως οι Constant Permeke και Gustave De Smet ενώ από την αρχή της δεκαετίας του 1930 άρχιζε να επηρεάζεται από τις μεταφυσικές ανησυχίες που μετέφερε στους πίνακές του ο Giorgio de Chirico. Την ίδια εποχή άρχισε να αντλεί ερεθίσματα από το Μουσείο Spitzner το οποίο επισκεπτόταν στο πλαίσιο της Έκθεσης Βρυξελλών. Τις εμπνεύσεις στον ζωγράφο προσέφερε το μουσείο ιατρικής/χειρουργικής/ανατομίας Spitzner μέσα από τα κέρινα ομοιώματα με ανθρώπινα όργανα, χειρουργικές επεμβάσεις, καισαρικές, αφροδίσια νοσήματα, εκ γενετής δυσμορφίες, κ.λπ. αλλά και ειδικά με τα παράθυρα με τις πορφυρές κουρτίνες, την μηχανική Αφροδίτη και τους σκελετούς (στην μέση της εισόδου του μουσείου στέκονταν μια ταμίας και δύο σκελετοί εκατέρωθεν, ένας ανθρώπου και ένας πίθηκου) που απαθανάτισε σε αρκετά έργα του. Όλες δε οι «Κοιμώμενες Αναφρόδιτες» που ζωγράφισε, του 1932, του 1943 και του 1944 είναι εμπνευσμένες από τις επισκέψεις του στο Spitzner όπου λάμβαναν χώρα εκθέσεις.
Στην περισσότερο «μεταφυσική» ανάγνωση του πίνακα, η Αφροδίτη ονειρεύεται τον θάνατο σαν μια κατάσταση γαλήνης, χωρίς κανένα αίσθημα φόβου. Σαν να στέλνεται από τον ουρανό ή από τους θεούς με τον γυμνό κόσμο ολόγυρα σαν αγγέλους να απευθύνονται στον ουρανό με τα χέρια ψηλά, να υποδεχθούν την ετοιμοθάνατη.
Η γυναίκα με τα ρούχα παριστάνει στην ίδια αυτή ανάγνωση μια ιέρεια που συνομιλεί με τον θάνατο και τον άλλο κόσμο, των θεών ή ακόμη μια σκεπτικίστρια που εξετάζει τον θάνατο και τους θεούς για να βγάλει συμπεράσματα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s