Home
Moritz von Schwind: "Der Sängerkrieg" ("Ο Διαγωνισμός Τραγουδιού"). Νωπογραφία στο Wartburg, 1854.

Moritz von Schwind: «Der Sängerkrieg» («Ο Διαγωνισμός Τραγουδιού»). Νωπογραφία στο Wartburg, 1854.

Για να μπορέσει κάποιος όχι απλώς να παρακολουθήσει, αλλά και να κατανοήσει συνολικά το έργο του Richard Wagner, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι εξοικειωμένος με δύο ενότητες, την ελληνική μυθολογία και τους αρχαίους τραγωδούς και την πλούσια γερμανική μεσαιωνική παράδοση και τους θρύλους της.
Ο Wagner είναι ένα από τα ισχυρότερα νήματα που συνδέουν αυτές τις δύο ενότητες. Συνδέει τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Ησίοδο και τον Όμηρο με τους γερμανικούς θρύλους. Τις δομές της ελληνικής μυθολογίας με το μουσικό δράμα. Την κατάρα της Ορέστειας με το Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν. Τον Οδυσσέα με τον Ιπτάμενο Ολλανδό. Τον Αγαμέμνονα με τον Άλμπεριχ. Τις Ωκεανίδες με τις Θυγατέρες του Ρήνου. Τον Προμηθέα με τον Λόκι. Τον Δία με τον Βόταν και τις έριδές τους με την Ήρα και την Φρίκα. Την ταλάντευση του Οδυσσέα ανάμεσα στην Κίρκη και την Πηνελόπη με του Τανχόιζερ ανάμεσα στην Αφροδίτη και την Ελισάβετ.
Το πάθος του Wagner για την αρχαία Ελλάδα με την σε βάθος γνώση μύθου, θρησκείας και δράματος των Ελλήνων εκ μέρους του σε συνδυασμό με την επαφή του με θρύλους της Γερμανίας, κατά βάση παγανιστικούς αλλά που τους έντυσε με την χριστιανική ηθική και πίστη και όλα αυτά εκφρασμένα μέσα από την μουσική μεγαλοφυΐα του, απετέλεσαν την πρώτη ύλη για τις αριστουργηματικές του όπερες.
Αν ο «Χρυσός του Ρήνου» («Das Rheingold») είναι το κατ’ εξοχήν «Αισχύλειο» έργο του, ο Τανχόιζερ («Tannhäuser») είναι το περισσότερο «Ομηρικό» και προσαρμοσμένο στον 12ο αιώνα. Τότε που άνθισαν στην Γερμανία οι Minnesänger. Οι τραγουδοποιοί που συνδύασαν την τέχνη του τραγουδιού με εκείνην της λυρικής ποίησης και ιδίως της ερωτικής που εξυμνούσε τον «αριστοκρατικό έρωτα» αυτόν που έγινε γνωστός αιώνες μετά, το 1882, από τον Γάλλο συγγραφέα Gaston Paris, ως «amour courtois».
Ο κύκλος του «Minnesang» της παράδοσης δηλαδή της λυρικής ποίησης και του τραγουδιού (πήρε το όνομά του από την μεσαιωνική γερμανική λέξη «minne» που σημαίνει «έρωτας») συνεχίστηκε ως τον 14ο αιώνα. Γνωστοί Minnesänger, το γερμανικό αντίστοιχο των Τροβαδούρων («troubadours») της Προβηγκίας («trobadors») και της Βόρειας Γαλλίας («trouvères») από την επιρροή των οποίων οι Γερμανοί τραγουδοποιοί απογαλακτίστηκαν περί το 1190, ήταν ο Heinrich von Veldeke, ο Wolfram von Eschenbach και ο Hartmann von Aue. Κατά κανόνα δε, ανήκαν στην αριστοκρατία, τόσο την ανώτερη όσο και την μεσαία και κατώτερη.
Οι Minnesänger, καθοδηγούμενοι από το αριστοκρατικό / ιπποτικό πνεύμα εξύμνησαν τον «ουράνιο» εξιδανικευμένο έρωτα, πάνω στις βάσεις δηλαδή που είχαν δημιουργήσει πριν από αυτούς οι λυρικοί τροβαδούροι οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την Οξιτανική γλώσσα. Αποτελούσαν ιπποτικά γνωστικά τάγματα που συνδύαζαν Χριστιανισμό με Νεοπλατωνισμό, με τις γυναίκες στις οποίες αναφέρονταν να είναι προσωποποιήσεις ιδεών του θηλυκού που εξαγνίζουν από τα πάθη.
Στον αντίποδα βρίσκονταν οι λεγόμενοι «Vaganten» (από το λατινικό «vagare») ή «Goliarden» / «Les Goliards» δηλαδή περιπλανώμενοι κληρικοί («clerici vagantes»). Αυτοί τραγουδούσαν σατιρικούς και σκωπτικούς στίχους και μια από τις πιο γνωστές συλλογές τέτοιων τραγουδιών είναι τα «Carmina Burana». Τραγουδούσαν και ζούσαν σε μια καρναβαλική διάθεση, εκφράζοντας την άποψη πως οι άνθρωποι πρέπει να ζουν μέσα στο γέλιο και την χαρά όπως και τα παιδιά, για να γίνουν αποδεκτοί από τον Θεό. Οι στίχοι που τραγουδούσαν ήταν κατά κανόνα σκωπτικοί πάνω στον σαρκικό έρωτα, τους βασιλείς, τους ευγενείς, τον ανώτερο κλήρο. Γιόρταζαν και μία ειδική ημέρα, την «Γιορτή του Τρελού». Στο «Notre-Dame de Paris» μάλιστα, ο Victor Hugo βάζει τον καμπούρη Quasimodo (από το λατινικό «quasi modo» τις πρώτες λέξεις που ακούγονται στην λειτουργία της Κυριακής μετά το Πάσχα «quasi modo geniti infants» για τα νεογέννητα παιδιά αφού τον Κουασιμόδο τον παράτησαν στην Παναγία των Παρισίων μια τέτοια μέρα) να ντύνεται βασιλιάς των τρελλών.
Τον ουράνιο / θεϊκό έρωτα που τραγουδούσαν οι Minnesänger, όπως και οι «troubadours» (περισσότερο οι «trobadors» και συγκριτικά λιγότερο οι «trouvères» που είχαν μια μεγαλύτερη ροπή προς το έπος) τον ενέπνεε στην αρχαία ελληνική παράδοση (που συνεχίστηκε και τους επόμενους αιώνες στην Ευρώπη υπό την Χριστιανή επίδραση) η «Ουρανία Αφροδίτη». Τον δε γήινο/σαρκικό έρωτα ενέπνεε η «Πάνδημος Αφροδίτη».
Ο έρωτας όμως δεν είναι παρά ένα μέρος μόνο της ζωής των ανθρώπων. Έτσι, δόθηκαν συν τω χρόνω και άλλες, περισσότερο κοινωνικές ή και πολιτικές προεκτάσεις γύρω από τις έννοιες «Ουρανία» και «Πάνδημος». Όπως για παράδειγμα ότι η «Πάνδημος» είναι μια θεά που προστατεύει «πάντα τον δήμον» δηλαδή όλους τους πολίτες, ως μια θεότητα εν τέλει της δημοκρατίας και κατ’ αντιστοιχία η «Ουρανία» μια θεά που προστατεύει τους κοντινότερους στο λόγο των θεών (ιερείς/βασιλείς). Δεν είναι τυχαίο που ενώ η «Πάνδημος» η «Αφροδίτη» στον θρύλο του Tannhäuser περιστοιχίζεται από ξωτικά, βάκχες, σειρήνες, ναϊάδες και μένει σε σπηλιές, η «Ουρανία» η οποία είναι ως ιδέα η Παρθένος Μαρία που επικαλείται ο ήρωας για να σωθεί και ως εκπρόσωπός της στον κόσμο των φαινομένων η Elizabeth (με πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την Αγία Elizabeth της Ουγγαρίας) περιστοιχίζεται από ευγενείς και μένει σε πύργο.
Το σχήμα ενός θεού προστάτη των «Πολλών» και ενός θεού προστάτη των «Ολίγων» βρήκε μια ακόμη αντιπροσωπευτικότερη αντιστοίχιση σε ένα άλλο θεϊκό δίπολο: τον «Δημόσιο» ή «Δημοτελή» Διόνυσο, τον θεό της Δημοκρατίας που στην αρχαιότητα έφθασε στον κολοφώνα της στην Αθήνα της εποχής των μεγάλων τραγικών και τον Απόλλωνα, τον θεό του οποίου το όνομα σύμφωνα με μια εκδοχή προέρχεται από το στερητικό “α” και τη λέξη «πολλών». Δηλαδή εκείνον που δεν προορίζεται για τους πολλούς, αλλά λόγω των μαντικών του ικανοτήτων, τις οποίες σε λίγους ανθρώπους μετέδιδε, ήταν ο θεός «των λίγων και εκλεκτών (αριστοκρατία).
Το 1872 εκδόθηκε το «Die Geburt der Tragödie aus dem Geiste der Musik» («Η Γέννηση της Τραγωδίας από το Πνεύμα της Μουσικής») του Friedrich Nietzsche. Αυτό πραγματεύεται –κατά το κλασσικό διαλεκτικό πρότυπο που είχε παρουσιάσει ο Hegel, από τον οποίον και είχε επηρεαστεί ο Nietzsche – την τριπλή διαίρεση της τέχνης σε Απολλώνια θέση, σε Διονυσιακή αντίθεση και στην σύνθεση αυτών των δύο στην Ελληνική Τραγωδία. Παρομοίως είχε εμπνευσθεί και από το δίπολο «αναπαράστασης» και «βούλησης/επιθυμίας» που είχε αναλύσει το 1818 ο Arthur Schopenhauer στο «Die Welt als Wille und Vorstellung».
Η ιδέα αυτής της αντίθεσης σε διάφορα πεδία μεταξύ Απολλώνιου στοιχείου (εκφρασμένο μέσα από την γλυπτική, το έπος, το όραμα, το ηρωικό στοιχείο, το απόμακρο, την αριστοκρατική στάση, τον ορθολογισμό, την μορφή, την συμμετρία, την μεγαλοπρέπεια, τον κλασικισμό) και Διονυσιακού (μουσική, μέθεξη, λαϊκότητα, εγγύτητα, παράλογο, ένστικτο, πρωτογονισμός, πάθος, ρομαντισμός, κ.λπ.) απασχολούσε τόσο τον Nietzsche όσο και τον Richard Wagner, τους οποίους άλλωστε συνέδεε μια πολύχρονη φιλία και αλληλοθαυμασμός για το έργο τους. Στο «Die Geburt der Tragödie aus dem Geiste der Musik» ο Nietzsche πίστωσε στον Wagner την αναβίωση του Διονυσιακού στοιχείου ως απάντηση στην παρακμή του Απολλώνιου ευρωπαϊκού ρασιοναλισμού. Αυτή η φιλία ξεκίνησε με την πρώτη τους συνάντηση στις 8 Νοεμβρίου 1868 και θα διακοπεί δια παντός 8 χρόνια αργότερα, στην πρεμιέρα του «Parsifal» στο Bayereuth, όταν ο Nietzsche βρήκε απαράδεκτη την όπερα και έφυγε στη μέση της παράστασης. Από τότε δεν ξαναμίλησαν, ενώ ο Nietzsche ξεκίνησε να λιβελογραφεί εναντίον του. Αν όμως ο «Parsifal» ήταν αφορμή, η αιτία ήταν ότι ο φιλόσοφος κατηγορούσε τον μουσικό για την στροφή του προς τρεις στάσεις ζωής που ο ίδιος απεχθανόταν: Χριστιανική ηθική, εθνικισμός και αντισημιτισμός.
Αν ο Friedrich Nietzsche περιέγραψε ως φιλόσοφος αυτήν την αντίθεση Απολλώνιου – Διονυσιακού, ο Richard Wagner την απέδωσε ως μουσικός περισσότερο μέσα από την αντίθεση «Ουρανία Αφροδίτη – Πάνδημος Αφροδίτη». Ακόμη και τα βασίλεια τους βρίσκονται της μιας σε υπόγειες σπηλιές και της άλλης σε πύργο πάνω σε ένα βουνό. Αυτή την αντίθεση την μεγέθυνε και την πρόβαλε στον «Tannhäuser» ή Tannhäuser und der Sängerkrieg auf Wartburg» («Ο Tannhäuser και ο διαγωνισμός τραγουδιού στο κάστρο του Wartburg» όπως είναι η πλήρης ονομασία της τρίπρακτης αυτής όπερας). Αυτή η όπερα είναι εμπνευσμένη από δύο μεσαιωνικούς θρύλους: αυτόν του μεσαιωνικού τροβαδούρου Tannhäuser και του διαγωνισμού τραγουδιού στο Wartburg. Πραγματεύεται δε ως θέμα τον διχασμό ανάμεσα στον ιερό και σαρκικό έρωτα, την Ουρανία Αφροδίτη και την Πάνδημο Αφροδίτη των Ελλήνων, θέμα που κυριαρχεί και σε κατοπινά έργα του Wagner.
Το λιμπρέτο του Tannhäuser έχει εν περιλήψει ως εξής:
Η πρώτη πράξη ξεκινά στο Venusberg (Όρος της Αφροδίτης). Το Venusberg είναι ένα μυθικό βουνό στην Γερμανία, μεταξύ Gotha και Eisenach, γνωστό από έργα της Γερμανικής ποίησης. Στις υπόγειες σπηλιές του στεγάζονται τα μυστικά ανάκτορα της Αφροδίτης. Κανείς θνητός δεν γνωρίζει πού ακριβώς βρίσκονται και αν ποτέ τύχαινε κάποιος να μπει σε αυτά δεν είχε γυρισμό.
Ένας από τους θνητούς που κατάφερε να φτάσει εκεί είναι και ο θρυλικός ιππότης και ποιητής Tannhäuser (έζησε περί το 1200 με 1270). Καταγόταν από οικογένεια ευγενών, ίσως βαυαρική, και πιθανότατα πήρε μέρος στη Σταυροφορία που οργάνωσε ο Φρειδερίκος Β’. Οι στίχοι του είναι σατιρικοί, τολμηροί και με σκωπτική χροιά, με το θρησκευτικό στοιχείο να απουσιάζει παντελώς ακόμα και από το Kreuzfahrtlied («Τραγούδι της Σταυροφορίας»). Στην πραγματικότητα, πιστεύεται πως ήταν μέλος της αυλής του Φρειδερίκου Β’ της Αυστρίας (1230 – 1246) και ο «Codex Manesse» του1340 τον παρουσιάζει ως Τεύτονα ιππότη ο οποίος είχε λάβει μέρος στην Ε’ Σταυροφορία.
Ήδη από το τέλος του 13ου αιώνα είχε γίνει θρύλος εμπνέοντας τραγούδια για τις περιπέτειές του στο Βουνό της Αφροδίτης, το βασίλειο του έρωτα και για τα κατορθώματά του στο ποτό και τις γυναίκες. Ο Tannhäuser στους θρύλους και τους στίχους αυτούς προσπάθησε να απελευθερωθεί από τα μάγια της Αφροδίτης ζητώντας άφεση από τον Πάπα, ο οποίος όμως του απάντησε ότι μόλις το ραβδί του θα έβγαζε φύλλα (δηλαδή ποτέ) τότε και οι αμαρτίες του θα μπορούσαν να συγχωρεθούν. Απογοητευμένος ο Tannhäuser επέστρεψε στο βασίλειο της Αφροδίτης, όμως μετά από λίγο καιρό το ραβδί που ο Tannhäuser είχε αφήσει στην Ρώμη έβγαλε φύλλα και ο Πάπας έδωσε εντολή να τον αναζητήσουν, χωρίς όμως κανείς να μπορέσει να τον βρει.

"Der Tanhuser" (Codex Manesse, 1340).

«Der Tanhuser» (Codex Manesse, 1340).

Από τον θρύλο εμπνεύσθηκαν πολλοί ποιητές όπως ο Hans Sachs. Ο Achim von Arnim και ο Clemens Brentano περιέλαβαν τραγούδι για τον Tannhäuser στην συλλογή τους «Des knaben Wunderhorn» ενώ οι αδελφοί Grimm τον συμπεριέλαβαν στις «Deutsche Sagen». Ο Ludwig Tieck έγραψε μυθιστόρημα εμπνευσμένος από τον Tannhäuser και ο Ludwig Bechstein τον συμπεριέλαβε στην συλλογή των θρύλων της Θουριγγίας «Der Sagenschatz und die Sagenkreise des Thüringerlandes».
Στον θρύλο του Tannhäuser ο οποίος επίσης ξεκινούσε στο Venusberg, είχε αναφερθεί στο ομώνυμο ποίημά του χρόνια νωρίτερα πριν την όπερα του Wagner, το 1836, ο Heinrich Heine το οποίο ξεκινούσε με τα τετράστιχα
«Ihr guten Christen, laßt Euch nicht
Von Satans List umgarnen!
Ich sing Euch das Tannhäuserlied,
Um Eure Seelen zu warnen.
Der edle Tannhäuser, ein Ritter gut,
Wollt Lieb und Lust gewinnen,
Da zog er in den Venusberg,
Blieb sieben Jahre drinnen.…».
(Καλοί μου Χριστιανοί, μην αφεθείτε
να παγιδευτείτε από τον Σατανά!
Θα σας πω το τραγούδι του Τannhäuser,
να προειδοποιήσω τις ψυχές σας.
Ο ευγενής Tannhäuser, ένας καλός ιππότης,
Θέλησε την αγάπη και επιθύμησε την νίκη,
Από τότε που κατέφυγε στο Venusberg,
Παρέμεινε εκεί κλεισμένος χρόνους επτά…»).
Το Venusberg πάλι ταυτίζεται με το Hörselberg, το υπόγειο βασίλειο της Frau Holle του 24ου παραμυθιού της σειράς του 1812 «Kinder- und Hausmärchen» των αδελφών Grimm. Εκεί όπου ζούσε η νεράιδα που χάρισε χρυσάφι στην εργατική υιοθετημένη κόρη της χήρας της οποίας το πηγάδι οδηγούσε στο βασίλειό της και κάρβουνο στην τεμπέλα βιολογική κόρη.
Στην εκδοχή του Wagner για τον Tannhäuser, υπάρχουν κάποιες αλλαγές σε σχέση με τους θρύλους. Όπως για παράδειγμα ότι ο πλέον ταλαντούχος εν ζωή τραγουδιστής, δεν βρίσκεται επτά, αλλά ένα χρόνο στο βουνό της Αφροδίτης. Η θεά μάταια προσπαθεί να κρατήσει κοντά της τον ήρωα.
Στις πρώτες τρεις σκηνές της 1ης Πράξης, η Αφροδίτη αποκαλεί τον ήρωα «αγαπημένε» και «προδότη» διότι θέλει να φύγει από το όρος όπου κατέφυγε ενόσω βρισκόταν στο αποκορύφωμα της καριέρας του, ζητώντας περισσότερα, εγκατέλειψε τους φίλους του και τώρα γεύεται τις απολαύσεις και τις ηδονές που του προσφέρονται στο βασίλειο της Αφροδίτης με αντάλλαγμα να κάνει την ζωή των κάτοικων του Venusberg ακόμη πιο ευχάριστη με το τραγούδι του. Ο Tannhäuser, αν και βρέθηκε με την θέλησή του εκεί, μετάνιωσε που επέλεξε την ματαιότητα του ηδονικού βίου και ζητά από την θεά να του επιτρέψει να γυρίσει στα εγκόσμια. Η Αφροδίτη του αρνείται πεισματικά, αλλά ο τραγουδιστής επιμένει. Σε αυτό το σημείο της παράστασης, (Πράξη 1η, Σκηνή 2η) ακούγονται καμπάνες. Θα πρέπει να είναι κάποιος εξοικειωμένος με τις μεσαιωνικές παραδόσεις των Γερμανών για να καταλάβει την σημασία αυτών των κωδωνοκρουσιών. Πιστευόταν πως οι θεοί της παλιάς παγανιστικής θρησκείας εξαφανίζονταν στο άκουσμά τους και έτσι ο Wagner αποφάσισε να εισάγει αυτό το leitmotiv (το εύρημα της επαναλαμβανόμενης ταυτότητας μουσικού θέματος και σημαινόμενου του δράματος) προκειμένου να δείξει την επιβολή του Χριστιανισμού στην παλαιά θρησκεία.
Η Αφροδίτη τον αφήνει μεν να φύγει αλλά προειδοποιώντας τον αυστηρά πως αν το μετανιώσει όταν θα τον έχουν διώξει οι δικοί του, δεν θα υπάρχει πια θέση γι αυτόν το Venusberg. Ανένδοτος ο τραγουδιστής επικαλείται το όνομα της Παναγίας, στην οποία θέλει από εδώ και πέρα να αφιερώσει την ζωή του.
Στην 4η σκηνή γίνεται γνωστό πως ο ήρωας λέγεται Heinrich, οπότε ταυτίζεται με τον Heinrich von Ofterdingen. Αυτό που αξίζει να αναφερθεί είναι πως σε όλη την διάρκεια του έργου κανείς δεν απευθύνεται σε αυτόν με το όνομα Tannhäuser. Όλοι τον αποκαλούν Heinrich και με αυτό το όνομα τον φωνάζουν όταν τον βλέπουν ξαφνικά, άνοιξη, μήνα Μάιο, μετά από ένα χρόνο στην κοιλάδα του Wartburg.
Ο Heinrich σαν να έχει ξυπνήσει από έναν βαθύ λήθαργο, αναπολεί την προηγούμενη ζωή και γονατίζει για να ζητήσει από τον θεό συγχώρεση, ενώ στο βάθος περνούν προσκυνητές με προορισμό την Ρώμη για να ζητήσουν άφεση αμαρτιών από τον Πάπα. Εκείνη την στιγμή ο Heinrich βρίσκεται ανάμεσα στους παλιούς συντρόφους του που τυχαία περνώντας από το σημείο όπου βρέθηκε μετά την φυγή του από το Venusberg τον αναγνωρίζουν και τον ρωτούν για ποιόν λόγο εξαφανίστηκε. Ο Heinrich φοβάται να τους αποκαλύψει το μυστικό του αφού η επίσκεψη στο Βουνό της Αφροδίτης απαγορευόταν επί ποινή θανάτου. Ενώ ετοιμάζεται να φύγει, ο Wolfram von Eschenbach (στην πραγματικότητα ήταν Γερμανός ιππότης και ένας από τους μεγαλύτερους επικούς ποιητής, ενώ ως «Minnesinger» όπως περιγράφεται έγραψε και λυρική ποίηση, ζώντας κάπου μεταξύ 1170 και 1220) του απλώνει φιλικά το χέρι, τον συγχωρεί και ζητά και από τους υπόλοιπους να τον δεχτούν ξανά ως φίλο. Ζητά δε από τον ίδιο να μείνει κοντά τους, έστω για χάρη της Elizabeth. Ο Heinrich στο άκουσμα του ονόματος της κοπέλας με την οποία ήταν κάποτε ερωτευμένος, δέχεται να ξαναγίνει μέλος της παλιάς παρέας.
Η Elizabeth μαθαίνει στην δεύτερη πράξη για την επιστροφή του Heinrich και χαρούμενη σπεύδει να τον υποδεχθεί στον πύργο του Wartburg. Έναν πύργο με μεγάλο συμβολισμό για Γερμανούς και για Προτεστάντες αφού εκεί μετέφρασε στην Γερμανική την Αγία Γραφή.
Heinrich και Elizabeth εκμυστηρεύονται ο ένας στον άλλον ότι είναι ερωτευμένοι προς θλίψη του Wolfram που είναι και αυτός ερωτευμένος με την Elizabeth.
Γνωρίζοντας ο θείος της Elizabeth, ο «λανδγράβος» (έπαρχος) της Θουριγγίας Hermann τα αισθήματα της ανιψιάς του, προκηρύσσει διαγωνισμό ποιητικού τραγουδιού με θέμα «το νόημα της αγάπης» καλώντας ιππότες και Minnesänger να συμμετάσχουν με έπαθλο το χέρι της ανιψιάς του, βέβαιος για την νίκη του Heinrich. Η επιβλητική τελετή αρχίζει με τον Wolfram von Eschenbach, ο οποίος παρομοιάζει την αγάπη με πηγή γάργαρου νερού. Ο Heinrich συμφωνεί, αλλά συμπληρώνει ότι η ικανοποίηση βρίσκεται στο να πιείς το νερό, μιλώντας όχι όπως θα άρμοζε σε έναν Minnesänger αλλά κάτω από την επιρροή της Αφροδίτης και της κατάρας της.
Ωστόσο, αυτή του η στάση είναι απολύτως συνεπής με τον πραγματικό Tannhäuser ο οποίος σε 4 από τα 17 διασωθέντα ποιήματά του (σε γλώσσα και περιεχόμενο που τον τοποθετούν είτε Αυστρία είτε Βαυαρία) κάπου αυτοαποκαλείτο “tanhusere.” Δηλαδή είτε ο προερχόμενος από το Tannhausen (συνηθισμένο Γερμανικό τοπωνύμιο) είτε «ο μεσοχωρίτης» είτε «ο κάτοικος του δάσους» παρατσούκλι ταιριαστό για κάποιον που ως κοινός «αγροίκος» θα συνέθετε σκωπτικούς στίχους στους κύκλους της αριστοκρατίας. Οι στίχοι του αντί να εξυμνούν τον «ουράνιο» έρωτα καταπιάνονταν με όμορφες χωριατοπούλες και με «γαργαλιστικές» λεπτομέρειες και περιγραφές που χωρίς να γίνονται χυδαίες, προκαλούν τον θαυμασμό με την ευστοχία των λέξεων και τις ευφυείς περιγραφές.
Αυτή η παρέμβαση του Heinrich εξοργίζει τον Walter von der Vogelweide, ο οποίος ισχυρίζεται πως και μόνο το άγγιγμα του γάργαρου νερού μολύνει την αγνότητα του. Ξανά διαφωνεί ο Heinrich, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι ο έρωτας πρέπει να οδηγεί στην απόλαυση. Νέα απάντηση έρχεται, αυτήν την φορά από τον Biterolf, ο οποίος λέει ότι ο έρωτας πρέπει να διέπεται και από ιδανικά όπως η τιμή της γυναίκας και η αρετή και ότι για αυτά αξίζει κανείς και να θυσιάζει την ζωή του. Ο Heinrich τον ρωτάει περιπαικτικά αν έχει γνωρίσει ποτέ γυναίκα στην ζωή του και ενώ ο Wolfram για να ρίξει τους τόνους υμνεί ξανά με το τραγούδι του την γάργαρη πηγή, ο Heinrich οδηγεί την κατάσταση στα άκρα, εξυμνώντας τις χάρες της θεάς του έρωτα και του Βουνού της Αφροδίτης.
Το κοινό σοκάρεται, οι γυναίκες αποχωρούν και οι ιππότες με τα σπαθιά τους ετοιμάζονται να σκοτώσουν τον Heinrich και μόνο η παρέμβαση της Elizabeth που εκμυστηρεύεται ότι τον αγαπά περισσότερο και από την ίδια της την ζωή, κάνουν σε όλους τέτοια εντύπωση που γλιτώνει ο Heinrich. Ωστόσο, αναγκάζεται να δώσει όρκο ότι θα πάει στην Ρώμη να ζητήσει από τον Πάπα άφεση αμαρτιών.
Η τρίτη πράξη ξεκινά στην κοιλάδα του Wartburg με τους προσκυνητές να επιστρέφουν από την Ρώμη χωρίς τον Heinrich και έτσι η Elizabeth που τους παρακολουθεί με αγωνία απομακρύνεται απελπισμένη. Στη δεύτερη σκηνή της πράξης εμφανίζεται ο Heinrich ο οποίος εκμυστηρεύεται στον Wolfram στον ότι ο Πάπας αρνήθηκε να τον συγχωρέσει. Τότε εμφανίζεται η Αφροδίτη που προσπαθεί να του επαναφέρει στη μνήμη τις ηδονές που απόλαυσε στο Venusberg στο παρελθόν, αλλά ο Heinrich την απωθεί ενώ ένας άγγελος εμφανίζεται να προσεύχεται γι αυτόν στον Θεό που δεν είναι άλλος από την Elizabeth η οποία έχει πεθάνει, με τον Heinrich να πεθαίνει κι αυτός για να βρεθεί στην αγκαλιά της γυναίκας που αγάπησε. Με την Elizabeth, το όνομα της οποίας επικαλείται ο Heinrich να συμβολίζει την Αγία Εlizabeth της Ουγγαρίας, η οποία σύμφωνα με την παράδοση μετέφερε στην διάρκεια μιας κυνηγετικής γιορτής κρυφά σε ένα μεγάλο καλάθι ψωμί για τους φτωχούς και όταν ο σύζυγός της ζήτησε υποψιασμένος να το δει, τα ψωμιά μεταμορφώθηκαν σε τριαντάφυλλα. Σε ένα ανάλογο θαύμα με της Αγίας Εlizabeth, η οποία έζησε τον 13ο αιώνα (πέθανε στις 17 Νοεμβρίου 1231 σε ηλικία 24 ετών) στο Wartburg όπως και η ηρωίδα του θρύλου (χτίζοντας και νοσοκομείο με 28 κλίνες επισκεπτόμενη καθημερινά τους αρρώστους) εμφανίζονται τότε και οι επόμενοι προσκυνητές που επιστρέφουν από την Ρώμη, κρατώντας το ραβδί του Tannhäuser. Ο Θεός πλέον –και όχι ο Πάπας- τον είχε συγχωρήσει μετά από την διαδοχική τριπλή κατάρα του: της Αφροδίτης όταν έφυγε από το Venusnerg, της εκδίωξης του από το κάστρο και της -συγχώρεσής του από τον Πάπα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s