Home
Οι ηθοποιοί Ichikawa Ebizo σε ρόλο μοναχού και Sakata Hangoro III στον ρόλο του Chinzei Hachiro no Tametomo, σε πόζα ''μήε''. Δίπτυχο πορτραίτο από τον Katsushika Hokusai (1791).

Οι ηθοποιοί Ichikawa Ebizo σε ρόλο μοναχού και Sakata Hangoro III στον ρόλο του Chinzei Hachiro no Tametomo, σε πόζα »μήε». Δίπτυχο πορτραίτο από τον Katsushika Hokusai (1791).

Μπορεί το ευρωπαϊκό και γενικότερα το Δυτικό θέατρο να έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τον κατά Αριστοτέλη ορισμό της τραγωδίας, όμως αυτό δεν συμβαίνει και με όλα ανά τον κόσμο εθνικά θέατρα. Υπάρχουν και εξαιρέσεις, κυρίως σε θέατρα με μακραίωνη παράδοση εκτός Ευρώπης, όπως είναι λόγου χάριν το ιαπωνικό. Το θέατρο Καμπούκι (μαζί με το Νο και το Μπουνράκου συναπαρτίζουν τα 3 κύρια παραδοσιακά είδη θεάτρου της Ιαπωνίας) είναι μια τέτοια εξαίρεση. Ο Ιάπωνας θεατής λιγότερο προσέρχεται να «αφεθεί» σαν μικρό παιδί που μαγεύεται στον μύθο σαν να ήταν μια εκδοχή πραγματικότητας όπως θα έκανε ο Δυτικός, αλλά αντίθετα, περισσότερο παρακολουθεί, με την διαρκή εγρήγορση ενός θεατή/κριτή, την επίδειξη υποκριτικού ταλέντου, τον βαθμό τεχνικής αρτιότητας της παράστασης ή ακόμη και την θεατρική παιδεία των συντελεστών.
Πέραν όμως του ότι αυτή ακριβώς η στάση του δεν επιτρέπει την επίκληση του «ελέους» και του «φόβου» του Αριστοτέλη, ο θεατής του Καμπούκι δεν αντικρίζει θέαμα που να αποδίδεται ρεαλιστικά. Συχνά, τα πάντα στις παραστάσεις παρουσιάζονται στον υπερθετικό βαθμό και μεγεθυμένα, κάτι στο οποίο βοηθούν οι κινήσεις των ηθοποιών, τα κοστούμια, το μακιγιάζ, τα τρυκ, κ.λπ.
Εκτός όμως της «μεγέθυνσης» συστατικό στοιχείο μιας παράστασης Καμπούκι είναι και η «ένταση». Και ειδικά η ένταση των συναισθημάτων.
«Μήε» ονομάζεται η στάση που παίρνει ο πρωταγωνιστής όταν «παγώνει» η κίνησή του, με την ένταση να εκδηλώνεται στην στάση των χεριών, των ποδιών, του κορμού, ακόμη και του ανεμίσματος των ρούχων του (μάλιστα, για τον σκοπό αυτό απασχολούνται σε κάποιες περιπτώσεις ειδικοί βοηθοί που στέκονται –όσο μπορούν πιο αθέατα- πίσω από τον ήρωα και τεντώνουν τα ρούχα του δίνοντάς του έτσι υπερβολικές διαστάσεις, ανάλογες με την ένταση του συναισθήματος που βιώνει). Και βεβαίως, κυρίαρχο λόγο παίζει το κεφάλι και ειδικά το πρόσωπο, η έκφρασή του, ακόμη δε και το βλέμμα του.
Την «Μήε» την «παγωμένη» αυτή στάση των ηρώων του Καμπούκι, την βλέπουμε συχνά σε πίνακες και σε πόστερς όπου ο ήρωας φαίνεται να ποζάρει συνήθως σε μια επιβλητική στάση. Είναι σε μεγάλο βαθμό ταυτισμένη με το ηρωικό δράμα «Αραγκότο» ένα από τα διάφορα στυλ Καμπούκι που έχει ως χαρακτηριστικό γνώρισμα τις κοφτές κινήσεις (τις λεγόμενες «κάτα») τον κοφτό λόγο και τα έντονο χρώματα του μακιγιάζ και που αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Καμπούκι. Άλλα τέτοια γνωρίσματα είναι λόγου χάριν το έντονο μακιγιάζ σε διάφορα σχέδια («κουμαντόρι») ιδιαίτερα σκηνικά εφέ, τα λεγόμενα «κερέν» (καταπακτές, περιστρεφόμενες πόρτες, σύρματα με τροχαλίες για ιπτάμενα φαντάσματα και ξωτικά, τρυκ με νερά, κ.λπ.) ψαλμωδίες, ενδυματολογία και άλλα.
«Μήε» σημαίνει «ορατό» και «φανερό» καθώς με την πόζα αυτή σε «παγωμένη» κίνηση, ο ηθοποιός σκοπεύει να τραβήξει την προσοχή του θεατή και να του δείξει όσο πιο εκφραστικά γίνεται τα συναισθήματα που βιώνει ο χαρακτήρας τον οποίον υποδύεται. Στην στάση αυτή ο ηθοποιός κρατά τα μάτια όσο πιο ανοικτά μπορεί, ενώ εάν ο υποδυόμενος χαρακτήρας βρίσκεται σε οργή ή θυμό οι κόρες των ματιών στρέφονται προς το μέσον του προσώπου «κοιτάζοντας» προς την μύτη του.
Οι Ιάπωνες συνηθίζουν να χρησιμοποιούν εν προκειμένω το ρήμα «κόβω» και λένε «κόβει την πόζα» («μήε γουό κίρου») και όταν εκδηλώνεται αυτή, το πιο έμπειρο κοινό είθισται να φωνάζει επιδοκιμαστικά το όνομα του ηθοποιού ή τον αύξοντα αριθμό του στην θεατρική δυναστεία όπου ανήκει. Αυτή η κραυγή ονομάζεται «κακεγκόε».
Υπάρχουν διάφοροι τύποι «μήε» όπως είναι για παράδειγμα το «Γκενρόκου μήε» που είναι μια από τις πιο γνωστές πόζες του Καμπούκι. Σε αυτήν, το δεξί χέρι στρέφεται προς το έδαφος, το αριστερό δείχνει προς τα πάνω με διπλωμένο τον αγκώνα και ο έμπειρος ηθοποιός στέκεται στο αριστερό του πόδι, ενώ συχνά ακούγεται για εφέ το «τσούκε»: ο ήχος που βγάζει ένα επίπεδο ξύλινο κρουστό, το «τσουκέιτα».
Κάποιες φορές πάλι, ο ηθοποιός τελειώνοντας αποδίδει σε γρήγορη κίνηση τις κινήσεις και αποχωρεί.
Άλλη γνωστή πόζα είναι και το «Χατσιμάκι νο Μήε» όπου ο ηθοποιός τυλίγει τα χέρια και τα πόδια του γύρω από έναν στύλο που μπορεί να είναι από μια κολώνα μέχρι ένα όπλο όπως ένα μακρύ σπαθί ή ένα δόρυ. Μια άλλη είναι και η επιθετική πόζα «Φούντο νο μήε» που δηλώνει οργή και υπεράνθρωπη δύναμη και η οποία πήρε την ονομασία της από την βουδιστική θεότητα Φουντό Μυό. Υπάρχει ακόμη η «Ισινάγκη Μήε» με τον ηθοποιό σε στάση σαν να πετά πέτρα. Ή ακόμη η «Τέντσι νο Μήε» ή («Πόζα του Ουρανού και της Γης») η οποία εκφράζεται από δύο ηθοποιούς, εκ των οποίων ο ένας βρίσκεται σε κάποιο χαμηλό σημείο της σκηνής και ο άλλος κάπου ψηλότερα, όπως π.χ. στην οροφή ενός σπιτιού.
Υπάρχουν όμως και κατηγοριοποιήσεις με βάση την ένταση μιας «μήε». Για παράδειγμα, ένας «Γουακασουγυάκου» δηλαδή ηθοποιός ο οποίος υποδύεται νεανικούς ρόλους, χρησιμοποιεί πιο ανάλαφρες και διακριτικές κινήσεις.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s