Home

John Eeverett Millais, Ophelia. Model, Elizabeth SiddalΈρωτας και Θάνατος είναι ένας ιδιαίτερα αγαπημένος συνδυασμός των ΠροΡαφαηλιτών. Αν και δεν φθάνουν στην αποθέωση της γοητείας του Θανάτου όπως οι ακραιφνείς Ρομαντικοί οι οποίοι συχνότατα τον συνδέουν με το πάθος και την δύναμη του πεπρωμένου, εν τούτοις, όπως και οι τελευταίοι, τον έχουν απελευθερώσει από τα στερεότυπα του μακάβριου ντύνοντάς τον συχνά με μια υπερβατική ομορφιιά.
Η Ophelia, ελαιογραφία που συνέθεσε μεταξύ 1851 και 1852 ο John Everett Millais, είναι εμπνευσμένη από την ομώνυμη ηρωίδα του «Άμλετ» και αποτελεί μια αλληγορική αντίθεση/(και) σύνθεση ανάμεσα σε Θάνατο και Έρωτα έχοντας κεντρικό πρόσωπο που ακτινοβολεί την τόσο χαρακτηριστική Προ-Ραφαηλιτική ομορφιά. Απεικονίζει την αυτοκτονία της Οφηλίας την στιγμή που ακόμη επιπλέει τραγουδώντας στην επιφάνεια του ποταμού προτού την καταπιούν τα νερά του από το βάρος των ρούχων της- του πιο αθώου και ως εκ τούτου πιο αδικοχαμένου προσώπου της πεντάπρακτης έμμετρης τραγωδίας του Σαίξπηρ, μιας τρυφερής ηρωίδας η οποία ελάχιστη σχέση έχει με τα υπόλοιπα θύματα που ενεπλάκησαν σε δολοπλοκίες, συνωμοσίες, πανουργίες και δολοφονίες. Όπως ο σφετεριστής του θρόνου Κλαύδιος, η μηχανορράφος βασίλισσα Γερτρούδη ή ο ωτακουστής Πολώνιος.
Για να κατανοήσει κάποιος πλήρως τα νοήματα του πίνακα θα πρέπει να λάβει υπόψη του την ξεχωριστή σημασία που έχουν οι χρωματικές αντιθέσεις, καθώς λειτουργούν ως κώδικες για την προβολή των αντιθέσεων ζωής και θανάτου, φωτός και σκότους, ιδωμένα ακόμη και μέσα από μια θρησκευτική σκοπιά.
Ο Millais παρουσιάζει ένα νέο κορίτσι να επιπλέει στο μέσον του πίνακα υποβάλλοντας αμέσως στο βλέμμα του θεατή την αντίθεση των χρωμάτων. Το λευκό χρώμα του φορέματος της Οφηλίας που γίνεται γκρίζο στο νερό, έρχεται σε αντίθεση με το σκοτεινό χρώμα του ποταμού, ενώ γύρω της κυριαρχούν φωτεινά χρώματα. Το λευκό φόρεμα υπονοεί ακόμη ένα νυφικό, συμβολίζοντας την νεότητα, την αγνότητα και την ευτυχία και έρχεται σε αντίθεση με το σκοτεινό ποτάμι το οποίο δίνει την εντύπωση του θανάτου και ενός υγρού τάφου. Η στάση του σώματος –και ειδικά των χεριών- δείχνει συμφιλίωση με τον θάνατο. Το ωχρό χρώμα της επιδερμίδας της είναι χρώμα θανάτου ενώ και το φόρεμα που από λευκό μεταβάλλεται από το νερό σε γκρι, υποδηλώνει πένθος.
Σε αντίθεση με ό,τι είθισται σε ανάλογους πίνακες, εδώ η πενθούσα γυναίκα δεν εμφανίζεται ούτε με δάκρυα ούτε με ύφος απόγνωσης, αλλά με ένα ήρεμο πρόσωπο. Ωστόσο, τα συναισθήματα που κρύβει η έκφραση του προσώπου «προδίδουν» τα άνθη που κρατά η Οφηλία.
Οι κόκκινες παπαρούνες που κρατά συμβολίζουν τον θάνατο.
Οι μαργαρίτες την αθωότητα.
Οι πανσέδες τον μάταιο έρωτα.
Τα «μη με λησμόνει» την θλίψη.
Τα τριαντάφυλλα κοντά στα μάγουλά της και το φόρεμά της αλλά και στην όχθη παριστάνουν την ίδια, καθώς ο αδελφός της Λαέρτης την αποκαλούσε «Ρόδο του Μαΐου».
Οι βιολέτες που φοράει ως αλυσίδα γύρω από τον λαιμό της συμβολίζουν την απώλεια της αθωότητας.
Ο πίνακας (ο οποίος είναι διαστάσεων 76,2 x 111,8 εκ. και βρίσκεται στην Tate Britain του Λονδίνου) δεν παριστάνει απλώς την Οφηλία λίγο πριν την στιγμή του θανάτου της, αλλά την στιγμή να τραγουδά σαν να μην ενδιαφέρεται καν από τον κίνδυνο που διατρέχει με τα ρούχα της να έχουν παγιδέψει αέρα ικανό να της επιτρέψει να επιπλεύσει για λίγο πριν βαρύνουν και βυθιστεί.
« There, on the pendent boughs her coronet weeds
Clambering to hang, an envious sliver broke;
When down her weedy trophies and herself
Fell in the weeping brook,
Her clothes spread wide,
And mermaid-like a while they bore her up,
Which time she chanted snatches of old lauds
As one incapable of her own distress,
Or like a creature native and indued
Unto that element. But long it could not be
Till that her garments, heavy with their drink,
Pulled the poor wretch from her melodious lay
To muddy death»
αναφέρει η Γερτρούδη στον Λαέρτη σε μια από τις πλέον ποιητικές περιγραφές θανάτου στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Τα άνθη που επιπλέουν ανταποκρίνονται στην περιγραφή του Σαίξπηρ για την γιρλάντα της Οφηλίας ενώ κατοπτρίζουν και το ενδιαφέρον των Βικτωριανών για την «Γλώσσα των λουλουδιών».
Στα αξιοσημείωτα του πίνακα περιλαμβάνεται και η επιμελώς «κρυμμένη» νεκροκεφαλή στην όχθη στα δεξιά του πίνακα, παραμένει όμως αδιευκρίνιστο αν ήταν στις προθέσεις του Millais να την ζωγραφίζει ή αν πρόκειται για μια τυχαία ιδιοτροπία της σύνθεσης.
Το κοντράστ ζωής – θανάτου όμως δεν περιορίζεται απλώς στην αντίθεση φωτός – σκότους αλλά και στην αντίθεση μιας όμορφης νέας και μιας αφιλόξενης τοποθεσίας. Σε ένα γράμμα του στον Thomas Combe ο Προ-Ραφαηλίτης ζωγράφος απαριθμούσε την πληθώρα προβλημάτων και αντιξοοτήτων που συνάντησε στην τοποθεσία την οποία απαθανάτισε στον πίνακα (με αυτή ως φόντο άρχισε τον πίνακα, Ιούλιο του 1851): έντομα που τον τσιμπούσαν, δυνατός αέρας που απειλούσε να τον ρίξει στο ποτάμι και να έχει την τύχη της ηρωίδας του, απειλή μήνυσης για παράνομη διέλευση σε ιδιωτικό χώρο, σκληρή εργασία 11 ωρών την ημέρα, 6 ημέρες την εβδομάδα, επί 5 μήνες, περίοδος που ξεκίνησε καλοκαίρι και τέλειωσε με πρώιμα χιόνια. Και οι «περιπέτειες» ολοκληρώθηκαν όταν ένας ακόμη πίνακας με θέμα την Οφηλία παρουσιάστηκε την ίδια χρονιά με την Οφηλία του Millais στις εκθέσεις της Βασιλικής Ακαδημίας, εκείνη του Arthur Hughes, μιας και τα έργα του Σαίξπηρ υπήρξαν αγαπημένα θέματα των ζωγράφων της Βικτωριανής εποχής.
Αφού ολοκληρώθηκε το φόντο, μετά προστέθηκε και το σώμα της Οφηλίας. Το μοντέλο, ήταν 19χρονη Elizabeth Siddal, η οποία παντρεύτηκε έναν άλλον διάσημο Προ-Ραφαηλίτη ζωγράφο, τον Rossetti. Καθώς δε τα νερά του ποταμού στο φόντο του πίνακα ήταν παγωμένα τον χειμώνα του 1851 – 1852, ο Millais έβαλε την Siddal να ποζάρει σε μια μπανιέρα γεμάτη νερό την οποία ζέσταιναν από κάτω της κεριά για μια περίοδο 4 μηνών. Κάποια μέρα τα κεριά έσβησαν και η Elizabeth κρυολόγησε σοβαρά, κινδύνεψε μάλιστα με πνευμονία, με αποτέλεσμα να ζητήσει ο πατέρας της από τον ζωγράφο να πληρώσει τις 50 λίρες για τα νοσήλια, διαφορετικά θα κατέφευγε στην δικαιοσύνη.
Ο πίνακας έχει ασφαλώς αρκετά στοιχεία Ρομαντισμού. Η Οφηλία είναι ζωγραφισμένη με χάρη και φυσικότητα σε ένα περιβάλλον φύσης όπου μέχρι και τα άνθη φαίνεται σαν να δραπετεύουν από την αγκαλιά της παίρνοντας μακριά της την χαρά και την ζωή.
Η σύνθεση έχει και θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Τα ανοικτά χέρια της Οφηλίας θυμίζουν Χριστιανική φιγούρα έχοντας στην στάση κάτι από Εσταυρωμένο, από ασκητές, αγίους και μάρτυρες (ταυτόχρονα έχουν και ένα ερωτικό στοιχείο) ενώ και τα ενωμένα δάχτυλά της παραπέμπουν σε ανατολικές χειρονομίες «mudras» που είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές στον Βουδισμό.
Η Οφηλία είναι ένας από τους χαρακτήρες του Σαιξπηρικού «Άμλετ» ερωτευμένη με τον Δανό πρίγκιπα και αυτοκτονεί για μια τριπλή αιτία:
Πρώτον, ο Άμλετ προσποιείται τον τρελό ως μέρος του σχεδίου του το οποίο στοχεύει να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του. Η Οφηλία νομίζει πως είναι η ίδια υπαίτιος της τρέλας του Άμλετ και αυτοκτονεί από τύψεις.
Δεύτερον, έχοντάς την απομακρύνει ο Άμλετ από κοντά του προκειμένου να αφιερωθεί στην εκδίκηση που σχεδιάζει, αυτοκτονεί από την οδύνη της απόρριψης.
Τρίτον, ο Άμλετ ξεκινά τον κύκλο της αίματος – εκδίκησης της δολοφονίας του βασιλιά πατέρα του από τον πατέρα της Οφηλίας. Ο πίνακας , του οποίου η τρέχουσα αξία του υπολογίζεται σε πάνω από 30 εκατομμύρια στερλίνες, παρουσιάζει την αυτοκτονία της, όπως την αφηγείται ο Σαίξπηρ στο διάλογο μεταξύ της βασίλισσας Γερτρούδης και του αδελφού της Οφηλίας, Λαέρτη.
Η τοποθεσία του πίνακα είναι πραγματική μια πρόκειται για τον ποταμό Hogsmill στο Surrey, κοντά στο Tolworth, στην ευρύτερη περιοχή του Λονδίνου. Μία κάτοικος του Old Malden, η Barbara Webb, αφιέρωσε αρκετό χρόνο για να εντοπίσει τον μέρος και σύμφωνα με την έρευνά της βρίσκεται στο Six Acre Meadow, παρά την Church Road, στο Old Malden, πολύ κοντά στην σημερινή Millais Road.
Ο συγκεκριμένος πίνακας ενέπνευσε την παρουσίαση της Οφηλίας στον Άμλετ του Laurence Olivier, ενώ εμφανίζεται στο δωμάτιο του ήρωα που υποδύεται ο Montgomery Clift στην ταινία του 1951 «A Place in the Sun”. Ακόμη, η Kylie Minogue μιμείται την στάση της Elizabeth Siddal στο βίντεο κλιπ του τραγουδιού του Nick Kave «Where the Wild Roses Grow». Ο πίνακας εμφανίζεται ακόμη σε επεισόδιο της πρώτης σειράς του Cold, στην ταινία του 1986 «Fire with Fire» και σε άλλες ταινίες και βίντεο κλιπς.
Ας σημειωθεί επίσης ότι σώζεται το κτίριο όπου ζωγράφισε την «Ophelia» ο Millais (στον 2ο όροφο στο 7 της Gower Street στο Λονδίνο, δίπλα στο British Museum).
Ο Millais γεννήθηκε στις 8 Ιουνίου 1829 και μπήκε στις σχολές της Royal Academy στα 11 του σαρώνοντας όλα τα βραβεία, ενώ το 1848 ίδρυσε την Αδελφότητα των Προ_Ραφαηλιτών μαζί με τους Dante Gabriel Rossetti και William Holman Hunt).
Όσο για το μοντέλο, η Εlizabeth Sidall έγινε σύζυγος του Rossetti ο οποίος την αποκαλούσε «Lizzie» και «Guggums» ήταν μια ήσυχη κοπέλα προερχόμενη από την μικρομεσαία τάξη, με ωχρό δέρμα όμορφα κόκκινα μαλλιά και υπέροχη έκφραση.
Και μια μακάβρια σύμπτωση: η Elizabeth Sidall κρατά στον πίνακα ως Οφηλία μια παπαρούνα, όπως παπαρούνα κρατά και στον πίνακα του Rossetti «Beata Beatrix» και πέθανε σε ηλικία 32 ετών από υπερβολική δόση ενός παράγωγου της παπαρούνας, του λάβδανου το οποίο έπαιρνε για να ξεπεράσει τους πόνους από την ταλαιπωρημένη της υγεία η οποία καταπονήθηκε μετά το κρυολόγημά της όταν πόζαρε ως Οφηλία.

Advertisements

One thought on “H Οφηλία του Millais

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s