Home

Théodore Chassériau, The Two Sisters, 1843.Πολλές και διαφορετικές εντυπώσεις και συναισθήματα γεννούν οι Mesdemoiselles Chasseriau, η Marie Antoinette (Adele) και η Genevieve (Aline) στο πορτραίτο που φιλοτέχνησε και ολοκλήρωσε την πρωτοχρονιά του 1843 ο αδελφός τους, ο διάσημος ζωγράφος και χαράκτης Théodore Chassériau. Ο πίνακας, λάδι σε καμβά διαστάσεων 180 x 135 εκ. ο οποίος είναι γνωστός ως «Οι Δύο Αδελφές» μαγνητίζει αμέσως το βλέμμα του θεατή. Ολοκληρώθηκε όταν ο Γάλλος ζωγράφος, εκπρόσωπος του ρομαντικού κινήματος, ήταν 23 ετών, στην φάση της πρώιμης ωριμότητάς του. Όταν δηλαδή είχε αρχίσει να «αυτονομείται» από την επίδραση του Jean-Auguste-Dominique Ingres (ήταν μαθητής του ήδη από την ηλικία των 11 ετών έως τα 20 του ).
Παρότι αποτελεί ένα από τα γνωστά ζωγραφικά αριστουργήματα τα οποία στεγάζονται στο Μουσείο του Λούβρου, οι κριτικές όταν εκτέθηκε το έργο στο «Salon» του Παρισιού 1843 δεν ήταν όλες θετικές. Ένας μάλιστα από τους κριτικούς, ο Loius Peisse έγραψε τότε πως «ο Chassériau ήθελε , ίσως αδικαιολόγητα , να αναλάβει ένα δύσκολο εγχείρημα, έναν πίνακα με δύο ολόσωμες γυναικείες φιγούρες, ισοϋψείς, ντυμένες στα ίδια χρώματα και από το ίδιο ύφασμα, με το ίδιο σάλι, ίδια πόζα, χωρίς τεχνητό φωτισμό ή άλλο εφέ και να κερδίσει αυτό το στοίχημα βασισμένος αποκλειστικά και μόνο στο στυλ, την μορφή και τον χαρακτήρα. Ήταν ικανοποιητικό το αποτέλεσμα; Δεν νομίζω. Πάντως, ήταν κατόρθωμα που επετεύχθη με αναλυτικότητα και ικανότητες που άξιζαν να αναδειχθούν».
Παρόλο που οι δύο αδελφές παρουσιάζονται πανομοιότυπες, σαν δίδυμες, η μεν Adèle (στα αριστερά) πόζαρε στα 33 της η δε Aline (στα δεξιά) στα 21 της. Ως τον θάνατο του Chassériau το 1856, οι «Δύο Αδελφές» εθεωρούντο ένα από τα σημαντικότερα έργα του και το 1918 το απέκτησε στην συλλογή του το Λούβρο.
Ο Chassériau χρησιμοποιούσε συχνά τις 2 αδελφές του για μοντέλα είτε σε σκίτσο είτε σε ελαιογραφία, καθώς η σχέση του με αυτές όταν ήταν νέος υπήρξε πολύ στενή, σχεδόν ερωτική. Η πρώτη του ερωμένη, η Clémence Monnerot, θυμόταν χρόνια μετά: «Η Adèle, η Aline κι εγώ ήμασταν για πολλά χρόνια τα μοντέλα του Théodore. Ζωγράφιζε τις νύχτες κάτω από το φως της λάμπας και μας έβαζε να ποζάρουμε όπως ήθελε. Ειδικά η Adèle είχε υπέροχα χέρια και εμφανίζονται παντού στους πίνακές του…. Ήταν οι δύο εξιδανικευμένες αδελφές του και η φίλη τους που τις λάτρευε…».

Πρόκειται για ένα από τα αριστουργήματα του Théodore Chassériau και σύμφωνα με τον μεγάλο Ιμπρεσιονιστή Edgar Degas, ένας από τους ομορφότερους πίνακες του αιώνα.
Αιχμαλωτίζει αμέσως το ενδιαφέρον του θεατή χάρη στην γοητεία και την κομψότητα που αποδίδει με αφοσίωση στα μοντέλα του ο ζωγράφος. Παρά την ηλικιακή τους διαφορά των 12 χρόνων, οι ομοιότητες της Marie Antoinette (Adele για τον Théodore) και της Genevieve (Aline) στην κόμμωση, στο ντύσιμο, στα κοσμήματα και ο τρόπος που στέκονται η μία πλάι στην άλλη ως αντανάκλασή της, θυμίζουν δίδυμες.
Τα «εξωτικά» τους χαρακτηριστικά παραπέμπουν στην καταγωγή της οικογένειας από την Καραϊβική (όπως και το κόκκινο σάλι με Ινδικά σχέδια στο ίδιο χρώμα με τα χείλια και τα μάγουλά τους) και κατ’ επέκταση στην Κρεολή μητέρα τους. Τα δε έντονα χρώματα σε συνδυασμό και με την καθαρότητα του σχεδίου μαρτυρούν την επίδραση του δασκάλου του ζωγράφου, του Ingres.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στον πίνακα παρουσιάζουν οι εκφράσεις τους. Πολλοί «διαβάζουν» κάτι σαν «ένοχο μυστικό». Άλλοι κάτι σε μυστηριώδη απαγορευμένη έλξη. Στο βιβλίο του «Un peintre romantique, Théodore Chassériau» (2002) ο Valbert Chevillard γράφει πως η έντονη μελαγχολία που εκπέμπουν τα πρόσωπά τους, του θυμίζουν «vieilles filles» γεροντοκόρες που δεν γεύθηκαν την χαρά του έρωτα. Κάτι ανάλογο είχε σκεφθεί και ο Γάλλος aesthete ποιητής Robert de Montesquiou.
Ο ζωγράφος, γεννήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1819 στο El Limón της Samaná στην ισπανική αποικία του Santo Domingo (σήμερα Δομινικανή Δημοκρατία). Γονείς του ήταν ο Γάλλος Benoît Chassériau, πρώην υπουργός του Simon Bolivar στην Κολομβία ο οποίος κατείχε κυβερνητικό αξίωμα στο Σάντο Ντομίνγκο και η κόρη ενός μουλάττο γαιοκτήμονα, η Maria Magdalena Couret de la Blagniére που γεννήθηκε στο Saint-Domingue (αργότερα Αïτή) που έφυγε μαζί με τους γονείς της για το Santo Domingo όταν ξέσπασε η Αϊτινή επανάσταση, καθώς τότε το Ανατολικό τμήμα της νήσου Hispaniola μετά την Συνθήκη της Βασιλείας με την Ισπανία ήταν Γαλλική αποικία.
Η οικογένεια μετακόμισε το 1821 στο Παρίσι όπου το 1830 ο 11ετής Chassériau, έχοντας εκδηλώσει το ταλέντο έγινε δεκτός να μαθητεύσει δίπλα στον Ingres. Ο τελευταίος θρυλείται πως είχε πει για τον νεαρό Théodore «ελάτε να δείτε τον αυριανό Ναπολέοντα της ζωγραφικής».
Στο παρισινό «Σαλόν» του 1836, σε ηλικία μόνο 17 ετών, ο Chassériau προκάλεσε το ενδιαφέρον με δύο θρησκευτικού περιεχομένου πίνακές του: «Η επιστροφή του άσωτου υιού» και «Η κατάρα του Κάιν». Η επιτυχία του επαναλήφθηκε στο Σαλόν του 1839 με την «Αναδυόμενη Αφροδίτη» και τη «Λουόμενη Σουσάνα». Ακολούθησαν παραγγελίες για τοιχογραφικές διακοσμήσεις εκκλησιών, όπως στο παρεκκλήσιο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας στην Εκκλησία του Saint – Merri.
Με τον πίνακά του 1841 «Ο καλλωπισμός της Εσθήρ» που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου τον οποίο παρουσίασε στο Σαλόν του 1842, όπου η γυμνόστηθη Εσθήρ ετοιμάζεται για τη συνάντησή της με το βασιλιά των Περσών Ξέρξη, εμφανίζει μια φανερή πλέον στροφή από το νεοκλασικισμό σ’ ένα ρομαντικό οριενταλισμό.
Το 1845, ο Αλί-Χαμέντ, χαλίφης της Κωνσταντίνης στην Αλγερία ανέθεσε στον Chassériau να φιλοτεχνήσει το έφιππο πορτρέτο του. Ο πίνακας «Ali Ben Ahmed, calife de Constantine, lors de la conquête française de l’Algérie» (σήμερα βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο του Ανακτόρου, Βερσαλλίες) ενθουσίασε το χαλίφη, ο οποίος ζήτησε από τον ζωγράφο να τον ακολουθήσει στην Αλγερία.
Γοητευμένος από τον εξωτισμό της Αλγερίας, ο Σασεριώ έγραφε στο ημερολόγιό του ότι βιώνει τις «χίλιες και μία νύχτες». Το ίδιο τον εντυπωσίασαν και οι αραβικές ενδυμασίες. Με την επιστροφή του στη Γαλλία, διακόσμησε το εργαστήριό του στο Παρίσι με ανατολίτικη αισθητική ενώ από το 1848 δημιούργησε αρκετούς πίνακες με σκηνές σ’ ένα περιβάλλον αραβικής ή εβραϊκής καθημερινότητας, που ανάμεσα στους πιο σημαντικούς είναι «Το Σάββατο στην Εβραϊκή Συνοικία της Κωνσταντίνης» (1849, Μουσείο Λούβρου), «Εβραίες στο μπαλκόνι» (1849, Μουσείο Λούβρου) και «Ο Χορός των μαντηλιών» (1849, Μουσείο Λούβρου).
Ο Σασεριώ υπέβαλε οκτώ πίνακες για το Σαλόν του 1850, μεταξύ των οποίων τους «Άραβες ιππείς που μεταφέρουν το νεκρό τους μετά από σύγκρουση με σπαχήδες». Άλλα έργα του είναι οι «Θερμες» («Tepidarium» ) το 1853 (Μουσείο Ορσέ, Παρίσι) «Η Ανδρομέδα δεμένη στο βράχο από τις Νηρηίδες» (1840, Λούβρο) «Νεαρή γυναίκα εξερχόμενη από το λουτρό» (1849, Λούβρο) «Αποκοιμισμένη νύμφη – Αλίς Οζύ» (1850, Μουσείο Καλβέ, Αβινιόν) «Ξαπλωμένη οδαλίσκη» και «Εσωτερικό Χαρεμιού».
Μετά από εξαντλητικούς ρυθμούς δουλειάς για παραγγελίες σε τοιχογραφίες εκκλησιών, ο Théodore Chassériau πέθανε πρόωρα στις 8 Οκτωβρίου 1856 στο Παρίσι, σε ηλικία μόλις 37 ετών,
Η Aline δεν παντρεύτηκε και πέθανε το 1871 στην διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας στο Bordeaux.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s