Home
Lisa Ray (Kalyani) John Abraham (Narayan) Sarala Kariyawasam (Chuyia)

Lisa Ray (Kalyani)
John Abraham (Narayan)
Sarala Kariyawasam (Chuyia)

Ο παγκόσμιος κινηματογράφος έχει να επιδείξει πληθώρα αξιοσημείωτων τριλογιών. Άλλες, οι πιο mainstream, έγιναν κλασσικές λόγω της μεγάλης εμπορικής απήχησης και της εισπρακτικής επιτυχίας τους και άλλες κατατάσσονται στις σπουδαιότερες με αμιγώς ποιοτικά κριτήρια. Τα «Χρώματα» του Κριστόφ Κισλόφσκι, ο «Δόκτωρ Μαμπούζε» του Φριτς Λάνγκ, το «Μαντ Μαξ» του Τζωρτζ Μίλλερ, το «Μάτριξ» των Γουατσόφσκι, ο «Σκοτεινός Ιππότης» του Κρίστοφερ Νόλαν ή ο «Νονός» του Φράνσις Φορντ Κόπολα, αναμφίβολα κατέχουν κάποιες ξεχωριστές θέσεις σε μια λίστα αξιοσημείωτων τριλογιών. Από αυτόν όμως τον κατάλογο δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν και μερικές Ινδικές τριλογίες που έχουν αφήσει εποχή. Τέτοιες είναι οι αριστουργηματική σειρά«Η Τριλογία του Άπου» του Σατυαντζίτ Ραί (Satyajit Ray)αλλά και μία από τις σπουδαιότερες τριλογίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, τα «Στοιχεία» της ΙνδοΚαναδής σκηνοθέτιδας Ντήπα Μέτα (Deepa Mehta).
Η τριλογία της Μέτα «Στοιχεία» η οποία έχοντας επίκεντρο την θέση της γυναίκας καταπιάνεται με τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στην Ινδία, αλλά και γενικότερα στην Ινδική υποήπειρο- απαρτίζεται από τις εξής ταινίες:

1. «Fire» (1996).
Η πρώτη ταινία της σειράς διαδραματίζεται στην Ινδία της δεκαετίας του 1990 και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους συντηρητικούς κύκλους της χώρας καθώς οι 2 ηρωίδες γίνονται λεσβίες.

Earth (1998).
Η δεύτερη ταινία της τριλογίας έχει ως θέμα τον διαχωρισμό της Ινδίας ταυτόχρονα με την ανεξαρτησία της σε Ινδία και Πακιστάν το 1947, μέσα από την αφήγηση μιας Ινδής από την μειονότητα των Παρσί που θυμάται τα παιδικά της χρόνια με επίκεντρο την νταντά της, μια νεαρή Ινδουίστρια.
Επρόκειτο για την Ινδική υποψηφιότητα των Όσκαρ του 2000 για καλύτερη ξενόγλωσση ταινία.

Water (2005).
Η τρίτη ταινία πηγαίνει ακόμη πιο πίσω, στην δεκαετία του 1930 με ένα θέμα που ξεσήκωσε τις οργισμένες αντιδράσεις των εθνικιστών της Ινδίας: μια ομάδα γυναικών με κοινό γνώρισμα την χηρεία και τον κοινωνικό αποκλεισμό που αυτή συνεπάγεται σε βάρος τους, οι οποίες ζουν σε ένα άσραμ στο Βαρανάσι.
Το «Water» ήταν υποψήφιο για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 2007, όχι όμως για λογαριασμό της Ινδίας όπως το «Earth» 7 χρόνια νωρίτερα, αλλά του Καναδά, του οποίου ήταν η πρώτη μη γυρισμένη στην Γαλλική γλώσσα ταινία που έστειλε για καλύτερη ξενόγλωσση στην Ακαδημία Κινηματογράφου
Η τριλογία της Μέτα ρίχνει τους προβολείς της σε μια «σκοτεινή» Ινδία που κρύβεται τόσο πίσω από την σύγχρονη αναδυόμενη υπερδύναμη με την ραγδαία πρόοδο στις νέες τεχνολογίες, τα διαστημικά προγράμματα, την ξέφρενη ανάπτυξη και την έκρηξη του καταναλωτισμού, όσο και πίσω από τις εικόνες τις αγροτικής ζωής με τα κάρα, τις αγελάδες ή την σκληρή εργασία και τις παραδοσιακές αξίες στο α’ ήμισυ του 20ου αιώνα, όπως στο «Water».
Στη ταινία αυτή που υποτίθεται πως διαδραματίζεται στην ιερότερη πόλη των Ινδών, το Βαρανάσι, πρωταγωνιστεί η 33χρονη τότε επίσης Ινδικής καταγωγής Καναδή ηθοποιός Λίζα Ραίη (Liza Rani Ray). Υποδύεται την όμορφη νεαρή χήρα Καλυάνι (Kalyani) που ερωτεύεται ένα Ινδό εθνικιστή, τον Ναράγιαν (Narayan) τον οποίον υποδύεται ο συνομήλικος της Ραίη σταρ του Μπόλλυγουντ, Τζων Αίημπραμ (John Abraham).
Επί αιώνες, οι Ινδές χήρες, εάν δεν υπήρχε κάποιο αρσενικό μέλος της οικογένειας να φροντίζουν, ζούσαν απόβλητες, στο κοινωνικό περιθώριο. Αμέσως μόλις πέθαινε ο άντρας της, ξύριζαν το κεφάλι σε ένδειξη πένθους, απέφευγαν ζεστό φαγητό και γλυκά και κυρίως δεν ξαναπαντρευόταν (κάτι που επετράπη μεν με τους νόμους της Αγγλικής αποικιοκρατίας, αλλά εξακολουθούσε να αποτελεί ταμπού) . Η ζωή τους ήταν πλέον αφιερωμένη στον Θεό και ζούσαν σαν καλόγριες που ασκήτευαν, ζώντας από ελεημοσύνες. Από τον κανόνα δεν ξέφευγαν ούτε νύφες 5 και 6 χρονών που παντρεύονταν σε ειδικό γαμήλιο τυπικό – προξενιό, συνομήλικά τους αγόρια (τα οποία θα τα έβλεπαν μετά από χρόνια, στην ενηλικίωση) εφόσον ο γαμπρός πέθαινε.
Το 1938, σε ένα παλαιό διώροφο οίκημα – άσραμ (καταφύγιο) στο Βαρανάσι, εκτός από την Καλυάνι ζουν και άλλες 13 χήρες, μεταξύ των οποίων η αινιγματική Σακούνταλα (Shakuntala) την οποία υποδύεται η Σήμα Μπισβάς (Seema Biswas) και η 7χρονη Τσούγια (Chuyia) την οποία υποδύεται ένα παιδί – θαύμα από την Σρι Λάνκα, η Σάραλα Καριγιαβάσαμ (Sarala Kariyawasam). Το άσραμ διευθύνει μια 70χρονη, η Μαντούματι (Madhumati) την οποία ενσαρκώνει η Μανοράμα (Manorama). Μοναδικός φίλος της τελευταίας είναι ένας ευνούχος προαγωγός, ο Γκουλάμπι (Gulabi) τον οποίο παίζει ο Ραγκουβίρ Γιαντάβ (Raghuvir Yadav) που την προμηθεύει με χασίς, ενώ της λέει και τα τελευταία κουτσομπολιά που κυκλοφορούν. Εκτός από φίλοι είναι συνέταιροι στην παρανομία. Εκμεταλλεύονται την Καλυάνι, την οποία έχουν εκπορνεύσει από μικρή, με τον Γκουλάμπι να την πηγαίνει σε πελάτες πέρα από το ποτάμι και για αμοιβαίο όφελος και για να αποκτά έσοδα το καταφύγιο.
Η ταινία ξεκινά με τους στίχους από τους «Νόμους του Μανού» («Μανουσπρίτι») που λένε ότι η χήρα πρέπει να υποφέρει μετά τον θάνατο του συζύγου της. Τα πρώτα λεπτά παρουσιάζουν μια ειδυλλιακή εικόνα με νούφαρα, πράσινο, νερά, αγελάδες και ένα κοριτσάκι με όμορφα μακριά μαλλιά σε ένα κάρο.
Λίγα λεπτά μετά, ο πατέρας του κοριτσιού το πληροφορεί ότι το αγοράκι με το οποίο το πάντρεψαν, πέθανε.
-«Θα μείνεις χήρα» λέει ο πατέρας.
-«Για πόσο;» ρωτά το κοριτσάκι, το οποίο σε όλη την διάρκεια της ταινίας κάνει τις πιο λογικές ερωτήσεις απέναντι σε εκπροσώπους μιας κοινωνίας που έχει αποδεχθεί τον παραλογισμό των παραδόσεων.
Η μικρή Τσούγια μπαίνει στην συνέχεια στο άσραμ με ξυρισμένο κεφάλι ύστερα από μια βουβή τελετουργία όπου συμμετέχουν ο πατέρας της που παρακολουθεί γνωρίζοντας την κακή μοίρα που της επιφυλάσσεται ως χήρα, μια γριά η οποία τελετουργικά σπάει ένα ένα τα κόκκινα βραχιόλια της μικρής και ο κουρέας. Όλοι αμίλητοι. Είναι ντυμένη στα λευκά, στο χρώμα του πένθους. Η μικρή Τσούγια που εγκαταλείπεται από τον πατέρα της χωρίς να φαντάζεται τον πρώτο καιρό ότι στο εξής αυτή θα είναι και η μόνιμη κατοικία της, ζει με την εντύπωση πως θα έλθει κάποια στιγμή η μητέρα της να την παραλάβει.
Η Σακούνταλα είναι επίσης μια τρόφιμος, με δυναμική εσωτερικά προσωπικότητα, μία από τις ελάχιστες που ξέρουν γραφή και ανάγνωση και με εκρήξεις οργής που αναγκάζουν την Μαντούματι να την αφήνει στην ησυχία της. Οι εκρήξεις αυτές οφείλονται στην οργή που νιώθει για την μοίρα που επιφυλάσσουν τα ήθη για τις χήρες αλλά η οργή αυτή προσκρούει στην βαθιά θρησκευτική – Ινδουιστική της πίστη η οποία της υπαγορεύει να είναι μια υπάκουη στις παραδόσεις χήρα. Χάρη στον ιερέα του οποίου συχνά ζητά τις συμβουλές στην όχθη του Γάγγη, του Σαντανάντα (Sadananda) που τον ρόλο του παίζει ο Κουλμπουσάν Χαρμπάντα (Kulbhushan Kharbanda) αφυπνίζεται. Ο ευγενικός σαραντάρης ιερέας που διαβάζει και ερμηνεύει τα ιερά κείμενα από τα σανσκριτικά στους πιστούς που φθάνουν για προσκύνημα στον Γάγγη, της εξηγεί ότι είναι άλλο η θρησκευτική πίστη και άλλο οι δεισιδαιμονίες, οι προκαταλήψεις και η κοινωνική υποκρισία. Αναλαμβάνει να προστατεύει την Τσούγια, στην οποία βλέπει τον εαυτό της, μιας και η ίδια στερήθηκε από μικρό παιδί της ελευθερία της.
Στο άσραμ ζει και μια υπέργηρη έγκλειστη που πρέπει να έχει ζήσει δεκαετίες ολόκληρες την ασκητική – περιθωριακή ζωή της χήρας. Το μόνο που έχει να θυμάται από τον γάμο της είναι τα γλυκά. Τα θυμάται με κάθε λεπτομέρεια. Κίτρινα λαντού, γκουλάμπ τζαμούν, γλυκά από ξερούς καρπούς… «Στον ύπνο μου και στον ξύπνιο μου ονειρεύομαι γλυκά» εξομολογείται, περιμένοντας έναν παράδεισο όπου θα μπορεί να τρώει όσα γλυκά θέλει και κυρίως μετά θα ξαναγεννηθεί ως άνδρας.
Η Τσούγια πιάνει φιλία και με την Καλυάνι αφού η τελευταία είναι μετά την ίδια η πιο μικρή σε ηλικία και με περισσότερη ζωντάνια. Μάλιστα, γίνεται και ο «διάμεσος» στην ρομαντική σχέση που αναπτύσσεται σιγά σιγά και παρά την τεράστια κοινωνική απόσταση που τους χωρίζει, μεταξύ της Καλυάνι και ενός γοητευτικού νεαρού από την ανώτερη τάξη που είναι και θαυμαστής του Μαχάτμα Γκάντι, του Ναράγιαν.
Ο Ναράγιαν συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του Ινδού εθνικιστή της εποχής. Επιστρέφοντας μετά τις σπουδές του, το πρώτο πράγμα που κάνει μπαίνοντας στο δωμάτιό του είναι να κατεβάσει την κορνίζα με ένα πλήθος Ινδών ντυμένων με ομοιόμορφη δυτική ενδυμασία και να κρεμάσει ένα πορτραίτο του Γκάντι.
Το σπίτι του, χωρίζεται από το άσραμ από το ποτάμι. Σε όλη την διάρκεια της ταινίας, το νερό κυριαρχεί. Ως μπουγάδα της Καλυάνι με την οποία άθελά της τον καταβρέχει έξω από το άσρα, αφορμή για να ανταλλάξουν ματιές που δείχνουν κάτι παραπάνω από συμπάθεια. Ως βροχή. Ως νερό εξαγνισμού με το οποίο πλένεται μια περαστική της ανώτερης κάστας που κατά λάθος ακουμπά την Καλυάνι στον δρόμο. Ως ιερό νερό δίπλα στο οποίο γίνεται ένας γάμος («Πρόσεξε μην ακουμπήσει η σκιά σου την νύφη» προειδοποιεί αυστηρά ένας βραχμάνος ιερέας του μυστηρίου ενώ περνά δίπλα στην όχθη η Καλυάνι).
Ένα βράδυ, με την παιδική αφέλειά της, η Τσούγια βοηθά την γριά Μαντούματι να υποψιαστεί για την σχέση της Καλυάνι και του Ναράγιαν. Φοβούμενη πως θα χάσει το εισόδημα που της αποφέρει η έκδοση της Καλυάνι, αλλά και το κοινωνικό σκάνδαλο, την κλειδώνει σε μια καλύβα. Αυτή όμως που θα την ελευθερώσει θα είναι η θεοσεβούμενη Σακούνταλα που καταφέρνει και υπερβαίνει μέσω της ανακάλυψης της καθαρότερης πλέον πίστης της τις κοινωνικές προκαταλήψεις. Έτσι, η Καλυάνι είναι ελεύθερη να ακολουθήσει τον Ναράγιαν που της έχει υποσχεθεί γάμο και μια καινούργια ζωή στην Καλκούτα και πηγαίνει στο σπίτι του να τον συναντήσει.
Όπως και στο «Earth» όμως, η ταινία δεν .έχει καμία σχέση με τα Μπολλυγουντιανά στερεότυπα του «happy ending» όπου η νέα παντρεύεται τον νέο και ζουν καλά. Αντικρίζοντας το σπίτι του μελλοντικού της συζύγου όπου πηγαίνουν με την βάρκα, η Καλυάνι αναγνωρίζει την έπαυλη ενός «πελάτη» στον οποίο την είχε πάει ο Γκουλάμπι και ο οποίος δεν είναι άλλον από τον πατέρα του Ναράγιαν, τον Σεθ Ντουάρκαναθ (Seth Dwarkanath). Σοκαρισμένη, ζητά να γυρίσουν πίσω. Σε μια λογομαχία αμέσως μετά με τον πατέρα του, ο Ναράγιαν ανακαλύπτει τον λόγο που διέκοψε την σχέση τους η Καλυάνι. Πηγαίνοντας όμως να την βρει στο άσραμ, μαθαίνει ότι αυτοκτόνησε από την θλίψη της.
Στο μεταξύ, η Μαντούματι αντικαθιστά την Καλυάνι με την Τσούβια, την οποία στέλνει με τον Γκουλάμπι σε ένα «πελάτη» ο οποίος υπονοείται πως είναι φίλος του πατέρα του Ναράγιαν. Η Σακούνταλα το πληροφορείται και τρέχει στην όχθη του Γάγγη να την σώσει. Φθάνει όμως αργά, το κοριτσάκι σχεδόν δεν αντιδρά, έχει ήδη βιαστεί και έχει επιστρέψει τραυματισμένο σωματικά και ψυχικά, σχεδόν αναίσθητο.
Μετά από μια νύχτα περισυλλογής δίπλα στα νερά του Γάγγη, το επόμενο πρωί η Σακούνταλα, έχοντας ακούσει ότι ο Γκάντι βρισκόταν στην πόλη, σπεύδει στον σιδηροδρομικό σταθμό με την μικρή Τσούρια που κρατούσε στην αγκαλιά, να πάρουν την ευλογία του.
Καθώς το τραίνο αναχωρεί, απελπισμένη ζητά από το πλήθος να αναλάβει κάποιος την μικρή φίλη της. Ίσα που προλαβαίνει στο τέλος να δει μέσα σε ένα βαγόνι τον Ναράγιαν και να του την παραδώσει και να οραματιστεί ενώ το τραίνο φεύγει ένα καλό μέλλον για την μικρή χήρα, η οποία με τον χαρακτήρα της και την συμπεριφορά της κατάφερε να λειτουργήσει ως καταλύτης των Γκαντιανών νεωτεριστικών και επαναστατικών ιδεών της εποχής.
«Με αηδιάζει» λένε με ένα στόμα ο ευνούχος και η Μαντούματι για τον Γκάντι όταν μαθαίνουν πως αποκαλεί τους παρίες «παιδιά του Θεού» παρότι και οι δύο, εκείνη χήρα (ήδη από την πρώτη νύχτα του γάμου της) σε άσραμ και εκείνος ευνούχος τραβεστί («χίτζρα» όπως αποκαλούνται) είναι αποσυνάγωγοι της κοινωνίας, καθώς «έτσι τα βρήκαν».
Την ίδια φράση «με αηδιάζεις» θα πει στον πατέρα του και ο Ναράγιαν όταν μαθαίνει ότι υποδέχεται πόρνες στο σπίτι. Για να δεχθεί αμέσως μετά τον ασπασμό στο μέτωπο από την μητέρα του, άγνωστο αν κρυφάκουγε και αν κρυφάκουγε επειδή την ευχαρίστησε αυτό το «με αηδιάζεις» για τις συνήθειες του πατέρα του ή για την χειραφέτηση του γιού της και την προσχώρησή του στο καινούργιο ρεύμα της εποχής, τον Γκαντισμό.
Αυτό που κατάφερε στην ταινία η μικρή ήταν να δώσει χαμόγελο σε μια κοινότητα όπου το λευκό ένδυμα ήταν μια παραφωνία σε ένα γκρίζο περιβάλλον και κυρίως, να περάσει το μήνυμα της σκέψης πάνω από την τυφλή προκατάληψη.
Η ταινία τελειώνει με την Σακούνταλα να κοιτάζει τον φακό…
Όπως ήταν αναμενόμενο, το γύρισμα της ταινίας προκάλεσε πολλές και λυσσαλέες αντιδράσεις. Το 2000 διακόπηκαν βίαια τα γυρίσματα της ταινίας στο Βαρανάσι από υπερεθνικιστές οι οποίοι έφθασαν στο σημείο να πετάξουν τα σύνεργα του γυρίσματος στον Γάγγη. Η Μέτα αναγκάστηκε να συνεχίσει τα γυρίσματα στην Σρι Λάνκα. Άλλωστε δεν ήταν άπειρη σε τέτοιου είδους αντιδράσεις. Η πρώτη ταινία της τριλογίας («Fire») είχε ξεσηκώσει τους φανατικούς υπερσυντηρητικούς Ινδούς που είχαν φθάσει μέχρι και στο κάψιμο κινηματογράφων.
Σε μια συνέντευξή της είχε πει ότι εμπνεύσθηκε το θέμα της ταινίας καθώς έκανε στο Βαρανάσι τα γυρίσματα ενός ωριαίου επεισοδίου της τηλεοπτικής σειράς «The Young Indiana Jones Chronicles» για τον Τζωρτζ Λούκας. Είδε μία χήρα να ψάχνει επί ώρες τα γυαλιά της χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται. Έπειτα από περιπέτειες και απειλές χρόνων κατάφερε να παρουσιάσει μια αριστουργηματική ταινία που προτάθηκε για Όσκαρ, πήρε βραβεία σε Τορόντο, Όσλο, Σαν Φρανσίσκο, Μπανγκόκ, Βανκούβερ, Νέα Υόρκη, Βαγιαδολίδ…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s