Home

«Το έγκλημα ως μέγιστο οικολογικό μάθημα».

Η λεζάντα αυτή συνοδεύει μια φωτογραφία του Θανάση Βέγγου (λίγο πριν τα 70 του, με μαύρο σκούφο, αμπέχονο, αξύριστος, σταυρωμένα χέρια, βλοσυρός και σκεπτικός) από τα γυρίσματα της ταινίας «Όλα είναι δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη (έκανε πρεμιέρα τέτοιες μέρες πριν 10 χρόνια, Μάιο του1998 ) στο βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου «Ένας άνθρωπος παντός καιρού» (εκδόσεις «Αιγόκερως»).

Στο επεισόδιο της ταινίας «Η τελευταία νανόχηνα» ο Βέγγος υποδύεται τον θηροφύλακα. Καθώς μια ομάδα ορνιθολόγων αναζητεί τα ίχνη της τελευταίας νανόχηνας, ένας λαθροκυνηγός την σκοτώνει.

Ο Βέγγος, για πρώτη φορά σε μισό αιώνα φιλμογραφίας, θα κάνει φόνο καθώς θα εκτελέσει τον ασυνείδητο (ή μήπως είναι πλεονασμός ο χαρακτηρισμός αυτός; ) κυνηγό. Και –όπως γράφει ο Σολδάτος- «Τότε ο Βέγγος ο αναμάρτητος, το σύμβολο του καλού ανθρώπου, σηκώνει το τουφέκι του και εκτελεί εν ψυχρώ τον κυνηγό δίνοντας στον θεατή ένα μέγιστο οικολογικό μάθημα».

Θα το επαναλάβω: πρόκειται –χωρίς καμία διάθεση για υπερβολή- για την κορυφαία σκηνή του ελληνικού κινηματογράφου και θα προσπαθήσω να το τεκμηριώσω, αφού πρώτα αναφέρω μερικά λόγια για τη σκηνή αυτή:

Τα δρώμενα που προηγούνται της σκηνής της εκτέλεσης, αρχίζουν με δύο πυροβολισμούς. Ο Βέγγος τους ακούει και διακόπτοντας την -μάλλον εύθυμη- συζήτηση που έχει με τους ορνιθολόγους, κάνει το χαρακτηριστικό -πλην πιο συγκρατημένο και «διακριτικό» μετά από τόσο χρόνια- πέταγμα ξαφνιάσματος του κεφαλιού του και μονολογεί με τις επίσης χαρακτηριστικές σύντομες –σχεδόν τηλεγραφικές- προτάσεις:

– «Επαναληπτική καραμπίνα! Στη Δράνα είναι, για χήνες! Λαθροκυνηγός της περιοχής! Τους μήνυσα: Μην μπλέξουν μαζί μου»!

Ξεκινά με τη βάρκα στα κανάλια του υδροβιότοπου σε ένα τοπίο όπου δεσπόζει εκτός από το πράσινο των φύλλων, το καθαρό μπλε του ουρανού, να βρει τους λαθροκυνηγούς και κάποια στιγμή κοιτάζει στον ουρανό τη νανόχηνα που πετά. –«Μαιρούλα!» της φωνάζει και (προτού καν γεννηθεί στον θεατή οποιοσδήποτε συνειρμός με τα «Ανθούλα!» και τα «μανούλα!» του Θανάση Βέγγου30 χρόνια νωρίτερα, με το «Μαιρούλα» μολαταύτα να το προφέρει αυτή τη φορά με πολύ μεγαλύτερη τρυφερότητα… ) ξαφνικά, αυτή πέφτει σκοτωμένη κάτω στο νερό, αμέσως μετά τον πυροβολισμό που μόλις έχει ακουστεί. Και ξανά το ίδιο τίναγμα του κεφαλιού. Και τότε, ο θηροφύλακας μεταμορφώνεται σε ένα πρωτότυπο κράμα εκδικητή «Ζορό» και «Θανάση», του ήρωα που ενσαρκώνει ήδη από την πρώτη ταινία την οποία έπαιξε το 1955 (τη «Μαγική Πόλη» του Νίκου Κούνδουρου και ήδη από τότε με το όνομα Θανάσης… ) ο οποίος είναι ο Έλληνας που αγανακτεί με την αδικία (ένα είδος που μαζί με την νανόχηνα βαίνει προς εξαφάνιση, καθώς ουδείς φροντίζει πια έστω και να «προστατευτεί»… ). Αυτή τη φορά όμως, η αγανάκτηση οδηγεί αυτομάτως σε δράση –και τι δράση- και «δικαιώνεται».

Βρίσκει κάποια μέτρα παραπέρα τον κυνηγό στη βάρκα του και του παρουσιάζεται ως… παλιός κυνηγός που φοβάται τους θηροφύλακες. (- «Κάποτε έτσι κυνήγαγα κι εγώ…. αλλά τώρα, βγήκα στη σύνταξη. Γεράσαμε… Καλημέρα»! ). Για μια ακόμη φορά ο αγανακτισμένος με την ασυνειδησία Έλληνας που ενσαρκώνει ο Βέγγος, μετέρχεται τα μέσα που γνωρίζει καλά. Τον ρωτά τι φυσίγγια χρησιμοποιεί (- «απλά φυσίγγια;») για να πάρει την απάντηση – «Όχι! Όχι! Μάγκνουμ, τριάρια!» Μια απάντηση ενδεικτική για τη θρασυδειλία του κυνηγού, καθώς αυτά σκοτώνουν και άνθρωπο.

Στη συνέχεια, για να μη δώσει υποψίες, γυρίζει και λέει -«Φοβάμαι τους θηροφύλακες. Κυκλοφορούνε συνέχεια»!») και κοιτάζοντας το όπλο, σαν να έχει ήδη έτοιμο προς εφαρμογή το σχέδιό του, τον ρωτά ο Βέγγος – «Και δε μου λες, είναι ελαφρύ;»). –«Σα μωρό» του απαντά ο κυνηγός και του δίνει να διαπιστώσει και ο ίδιος. «Πούπουλο! Ναι, πούπουλο!» σχολιάζει ο Βέγγος και ρωτά τον κυνηγό από ποια κατεύθυνση ερχόταν το χηνάκι. Μόλις ο τελευταίος στρίβει να του δείξει με τον αντίχειρα (μια κίνηση που επιτείνει την απαξία του προς τη φύση) η κάμερα ζουμάρει πρώτα στο μάτι του Βέγγου, μετά σε ένα δάχτυλο στη σκανδάλη και κατόπιν… στον κυνηγό να πέφτει με τον ήχο της τουφεκιάς κι αυτός στο νερό, όπως πρωτύτερα κι η αγριόχηνα.

Για κάποια δευτερόλεπτα, όσο διαρκεί ο ήχος της φωνής των τρομαγμένων από τη τουφεκιά πτηνών και ο αντίλαλός της, η κάμερα δείχνει τη βάρκα πίσω από ένα φύλλωμα. Ο Βέγγος δεν φαίνεται πουθενά, όχι να κάνει φόνο, αλλά ούτε καν να κρατά την καραμπίνα. Σαν να τηρείται δηλαδή ο άγραφος κανόνας στις παραστάσεις της ελληνικής τραγωδίας, όπου ούτε καν πτώμα δεν εμφανίζεται. Ή, σαν ο Βούλγαρης να σέβεται την εικόνα του «Θανάση, του καλού μας ανθρώπου» που τόσο επίπονα έχτιζε ο Βέγγος επί μισόν αιώνα, να θέλησε να την προφυλάξει.

Η συνέχεια είναι εξίσου εντυπωσιακή: Ο Βέγγος κοιτάζει λυπημένος, όχι το πτώμα του ασυνείδητου, αλλά τη «λεία» του που έχει παρατημένη στη βάρκα -μέσα στα αίματα- και μετά απομακρύνεται. Αυτή την φορά, η διαδρομή δεν έχει μπλε φόντο. Ο ουρανός γίνεται σιγά σιγά κόκκινος και ενώ αρχίζει να ακούγεται μια γκάιντα. Στο τελευταίο φόντο κι ενώ τα σύννεφα έχουν πυκνώσει, ο κόκκινος ήλιος στη δύση κατοπτρίζεται στο ποτάμι βάφοντας το κι αυτό στο χρώμα του αίματος.

Θεωρώ τη σκηνή ως την κορυφαία του ελληνικού σινεμά για πολλούς λόγους.

Ο Βέγγος είναι ταυτισμένος επί μισό αιώνα με τον ήρωα των Ελλήνων «πληβείων» που δείχνει να έχει ανεξάντλητη αντοχή στις αντιξοότητες και που διαρκώς βρίσκει τρόπους να επιβιώσει και να αποφύγει το χειρότερο που είναι πάντοτε παρόν, διαρκώς απειλητικό. Υπό τέτοιες συνθήκες, η εκδίκηση του είναι άγνωστη, απρόσιτη και συχνά ανέφικτη .

Το όνειρό του είναι ο διορισμός, η αποκατάσταση της ανύπαντρης αδελφής, η αποδοχή από τα αδέλφια του κοριτσιού, η υπερπήδηση των εμποδίων που θέτουν καθημερινά ένα εχθρικό κράτος, μια εχθρική γραφειοκρατία, κάποιες εχθρικές στο λαό κυβερνήσεις. Είναι το αντίστοιχο του «να τρουπώσω» που έλεγε ο Κώστας Βουτσάς. Και σε αυτό το μοτίβο κινήθηκαν όλοι οι μεγάλοι πρωταγωνιστές του ελληνικού κινηματογράφου. Ακόμη και στις βιντεοταινίες που έπαιξε ο Μίμης Φωτόπουλος τα τελευταία χρόνια της καριέρας του, συνέχισε να έχει ως πρώτιστο ζητούμενο την «επιβίωση» (λ.χ. ως όπως στα σήκουελ του «Ρόδα Τσάντα και Κοπάνα» όπου προσπαθούσε απλώς να αποφύγει τα χειρότερα και να έχει το κεφάλι του ήσυχο) όπως λ.χ. και στο «σωφεράκι» του 1953, όπου το καθημερινό του πρόβλημά του ήταν πώς να αποφύγει το πρόστιμο του τροχονόμου για το κορνάρισμα και για την υπερβολική ταχύτητα.

Κόντρα σε αυτή την παράδοση, στο «Όλα είναι δρόμος» υπάρχει επιτέλους το ενεργό και μέχρι τα άκρα ενδιαφέρον για κάτι έξω από την πάρτη του καθενός το οποίο σημειωτέον δεν είναι καν άνθρωπος, αλλά η ίδια η φύση. Και η ανθρώπινη ζωή λογίζεται κατώτερη εκείνη ενός πτηνού αν έρχεται σ αντιπαράθεση με τη φύση.

Και αν το οικολογικό μήνυμα είναι το δεύτερο σημαντικό στοιχείο μετά την έξοδο του ήρωα από το στενό «εγώ», έρχεται και ένας τρίτος παράγων που καθιστά σημαντική τη σκηνή αυτή. Ο «καθημερινός Έλληνας – Θανάσης» για πρώτη φορά συμπεριφέρεται στο σινεμά ως υπεύθυνος πολίτης που ξέρει πολύ καλά τι πρέπει να κάνει όταν ο νόμος δεν εφαρμόζεται. Εδώ υπεισέρχεται και π ιδεολογικός παράγοντας. Κόντρα σε όσους αρέσκονται για λόγους πλύσης εγκεφάλου, ιδεολογικής τρομοκρατίας και κοινωνικής χειραγώγησης να εξισώνουν τη λέξη «δολοφόνος» με τη λέξη «εκτελεστής», ο θηροφύλακας γίνεται εκτελεστής – θεματοφύλακας του νόμου (και εν προκειμένω και τους κράτους και –κυρίως- της φύσης). Αν ήταν παραβάτης των νόμων αυτών από ιδιοτέλεια, τότε, ναι, θα ήταν δολοφόνος.

Για τη σκηνή αυτή στο youtube, κλικ στο

http://www.youtube.com/watch?v=50Wh72SVnFs&feature=related

Update: 27.05.2008

Τη Δευτέρα 26 Μαΐου 2008, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας απένειμε σε ειδική εκδήλωση προς τιμήν επιφανών Ελλήνων και ξένων στο προεδρικό μέγαρο, τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα στον Θανάση Βέγγο. Μιλώντας μπροστά στις κάμερες, ο Βέγγος είπε πως «δεν υπάρχει πια καλός άνθρωπος σήμερα», όπως δεν έχει εμφανιστεί και ο άνθρωπος που θα μπορέσει να φέρει μια αλλαγή σε αυτόν τον τόπο…
Advertisements

4 thoughts on “Ο Βέγγος εκτελεστής (10 χρόνια από μια ιδιαίτερη σκηνή του ελληνικού σινεμά)

  1. @ giousurum. συμφωνώ πως είναι η κορυφαία σκηνή του Βέγγου, αυτή και ο τρόπος με τον οποίο συστήνεται στον ρόλο του Τειρεσία (στο «Αίνιγμα» του Σολδάτου) όπου με το ρόλο του, έδειξε ό,τι για δεκαετίες εννοούσε σε δεύτερο επίπεδο αλλά δεν «τόλμησε»: να «βγάλει τη γλώσσα» κοροϊδευτικά, αναπτρεπτικά και «εικονοκλαστικά»…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s