Home

Δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα έβλεπα αστυνομικό –και μάλιστα μέσα στο τμήμα εν ώρα υπηρεσίας- να δακρύζει συγκινημένος. Ήταν κάτι έξω από τη συνηθισμένη εικόνα που έδινε ηθελημένα ή αθέλητα ο «μπάτσος» της εποχής εκείνης κατά την οποία συνέβη το παρακάτω περιστατικό:

Κάπου στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 και το Ε’ αστυνομικό τμήμα Αθήνας, πριν μεταστεγαστεί στην Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια, βρισκόταν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, στους Αμπελοκήπους

Με ένα παλιό φίλο, τον Μανόλη, βρεθήκαμε ένα μεσημέρι στο τμήμα για κάποια δικαιολογητικά για την καινούργια του αστυνομική ταυτότητα. Περιμένοντας να έλθει η σειρά μας, καθόμασταν σε έναν ξύλινο πάγκο που έβλεπε στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, αριστερά και απέναντι από την πόρτα του γραφείου του το οποίο «έβλεπε» προς τον Παναθηναϊκό.

Περιμένοντας λίγη ώρα -οι δυο μας μόνο- στην αίθουσα (εκτός από κανα δυο αστυφύλακες που πηγαινοέρχονταν) εμφανίζεται κάποια στιγμή και ένα τρίτο πρόσωπο. Μια γυναίκα ακαθορίστου ηλικίας, η οποία φαινόταν για πενηντάρα, ίσως και μικρότερη που να είχε όμως ταλαιπωρηθεί και έδειχνε μεγαλύτερη, ίσως πάλι και εξηντάρα. Πραγματικά ακαθορίστου ηλικίας λόγω και των «αξεσουάρ» που φορούσε (μαντίλι και μαύρα γυαλιά) και που έκρυβαν τα χαρακτηριστικά της.

Αμέσως εγώ και ο Μανόλης προσέξαμε πως η κυρία αυτή πρέπει να είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Δεν ήταν μόνο που φορούσε το μαντίλι στα μαλλιά (ήταν ολοφάνερο από τον τρόπο που το φορούσε και από την όλη εικόνα πως αυτό είχε φορεθεί για να «κρύψει» τα αποτελέσματα μιας χημειοθεραπείας) αλλά φαινόταν και καταβεβλημένη.

Κάνοντας μια μεγάλη και εμφανώς επώδυνη προσπάθεια να μας μιλήσει, με φωνή που ουσιαστικά μας ανάγκαζε να «διαβάζουμε» τα χείλη της, μας ζήτησε να πάμε για μάρτυρες στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας προκειμένου να βγάλει καινούργιο διαβατήριο το οποίο όπως έδειχνε το χρειαζόταν χωρίς καμία χρονοτριβή. Δεν είχαμε λόγο να της αρνηθούμε μια τέτοια εξυπηρέτηση, άλλωστε δεν είχαμε κάποια άλλη επείγουσα εργασία εκείνη την ημέρα και έτσι, προθυμοποιηθήκαμε να της κάνουμε την εξυπηρέτηση.

Μόλις άνοιξε η πόρτα, σηκωθήκαμε και από ευγένεια -ή αμηχανία, δεν θυμάμαι- αφήσαμε πρώτη την κυρία με το μαντίλι να προχωρήσει. Αμέσως ο Μανόλης μου κάνει νόημα σκουντώντας με: -«Την γνώρισες ποια είναι, έτσι»; Εγώ δεν είχα ακόμη βεβαιωθεί και όντες και οι δύο αμήχανοι για τι να κάναμε, τολμήσαμε να της απευθύνουμε τον λόγο, προσφωνώντας την με το μικρό της όνομα: «κυρία Έλλη»!

Τότε, ξαφνικά, η σχεδόν σβησμένη φωνή της μαντιλοφορούσας κυρίας, σαν από θαύμα να δυνάμωσε για κάποια δευτερόλεπτα, ίσα ίσα για να μας ρωτήσει:

-«Με γνωρίσατε»; Και ήταν τέτοια η συγκίνηση που ένιωσε, ανάμικτη με ικανοποίηση που κάποιοι ακόμη την αναγνώριζαν (και ποια μεγάλη σταρ δεν θα ένοιωθε το ίδιο άλλωστε) αλλά και με εμφανή θλίψη που αναγκαζόταν να κρύβεται πίσω από μαύρα γυαλιά όχι για να αποφύγει κάποιους ενοχλητικούς θαυμαστές αλλά για να αποφύγει τα βλέμματα αυτών που δεν θα την αναγνώριζαν και θα την προσπερνούσαν ή θα την αναγνώριζαν και θα την συμπονούσαν. Και ακόμη, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ποιο από τα δύο θα ήταν περισσότερο επώδυνο για μία σταρ…

Τι να πεις εκείνη την ώρα; Τι να απαντήσεις, πιο σωστά μάλλον «πώς» να απαντήσεις σε μιαν τέτοια ερώτηση;

-«Μα και βέβαια»! Αλίμονο! Ήταν ποτέ δυνατό να μη σας γνωρίσουμε κυρία Έλλη»;

Ο Μανόλης «την έσωσε την παρτίδα» καθώς είχε πάρει το ύφος του ανθρώπου που ήταν έτοιμος να πάρει τον πιο βαρύ όρκο για το αληθές των λόγων του, ότι την είχε γνωρίσει αμέσως! Δεν θυμάμαι μετά από τόσα χρόνια τι είπε η Έλλη Λαμπέτη, η γλώσσα του προσώπου και του σώματος όμως δεν κρυβόταν. Μάλιστα, στη φράση «σας γνωρίσαμε» η κίνησή της να βγάλει τα μαύρα γυαλιά που φορούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν αστραπιαία και αντανακλαστική, όμως…

…όμως είχε φανερώσει το βάθος και την ένταση της θλίψης σε ένα δάκρυ της που είχε αρχίσει να τρέχει προτού καν βγάλει τα μαύρα γυαλιά.

Ένας αστυφύλακας που παρατηρώντας τον παρακολουθούσε όλη τη συζήτηση από την αρχή («έξις δευτέρα φύσις», το επάγγελμα γαρ…) όλη την κουβέντα από μικρή απόσταση, δάκρυσε σαν να ήταν άμεσα μεταδοτική η αντίδραση της Λαμπέτη και έκανε γρήγορα μεταβολή. Ίσως για να μην τον δούμε και νιώσει ντροπή (ήταν αργά όμως γι αυτόν, καθώς είχα ήδη προσέξει καθαρά την αντίδρασή του και –κυρίως- τη βαθιά ανάσα που παίρνει κάποιος για να κρύψει τη συγκίνησή του) ίσως πάλι για να μην τον δει η Λαμπέτη και πέσει κι άλλο το ηθικό της, ιδίως τώρα μάλιστα που ένιωσε έστω και για μια στιγμή χαρούμενη που δύο θαυμαστές της την αναγνώρισαν ακόμη και πίσω από το μαντίλι και τα τεράστια μαύρα γυαλιά.

Λίγο καιρό μετά, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983 θα άφηνε την τελευταία της πνοή στις ΗΠΑ, τη χώρα για την οποία βιαζόταν να πάει με το νέο της διαβατήριο για θεραπεία…

Εάν η Έλλη Λαμπέτη ζούσε, αύριο Κυριακή, θα γινόταν 82 χρονών.

Υ.Γ. Ο τελευταίος της ρόλος ήταν εκείνος της κωφάλαλης Σάρας στο έργο «Σάρα – Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού».

Advertisements

16 thoughts on “Ο μπάτσος που δάκρυσε σε μια στιγμή συγκίνησης της Έλλης Λαμπέτη

  1. Ειχα δει το εργο, ηταν συγκλονιστικη στο ρολο! Η Ελλη Λαμπετη δεν ηταν απλως σταρ. Ηταν Ηθοποιος -με Η κεφαλαιο. Ενα λαμπερο αστερι που ακομα φωτιζει.

    Ωραιο ποστ, μα την αληθεια. 🙂

  2. Καλησπέρα Rodia!

    Συμφωνώ απολύτως με το σχόλιό σου. Δεν έχω κανένα απωθημένο να γίνω κριτικός θεάτρου, όμως είμαι πεπεισμένος ότι η Σάρα – Λαμπέτη ήταν μια από τις κορυφαίες στιγμές του ελληνικού θεάτρου, μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα στιγμές, ισάξια με την Εκάβη – Παξινού, τον Προμηθέα – Κατράκη ή τον Χορν – Σόλνες…

  3. Καλησπέρα Σίλια!

    Ήταν πράγματι ένα απροσδόκητο θέαμα. Γι αυτό τον ανέφερα τον αστυφύλακα στον τίτλο του κειμένου και δεν περιορίστηκα στη δική μου αντίδραση. Σε κάθε περίπτωση πάντως, τα συναισθήματα που γεννούσε η έκφραση της Λαμπέτη τη στιγμή κατά την οποία μας ρωτούσε -”με γνωρίσατε;” ήταν ανάμικτα: Σεβασμός, μελεγχολία, θαυμασμός, όλα μαζί. Και πάνω απ΄ όλα ένα ζωντανό παράδειγμα μπροστά μας για το τι σημαίνει να είναι κάποιος “γεννημένος ηθοποιός», να επιζητεί την αναγνώριση, τους θυαυμαστές,το αντανακλασιτικό χαμόγελο ενός θαυμαστή που υποδηλώνσει το «ναι, σε γνώρισα»!

  4. Είναι πολλές οι αιτίες που κίνησαν το ενδιαφέρον μου για το άρθρο σου :
    .Θαυμαστής της ηθοποιού.
    .Γείτονάς της.
    .Πολύ παλαιός κάτοικος της Νεάπολης ( Το Ε΄ πρίν ακόμη μεταφερθεί στην Αλεξάνδρας ήταν στην Βατάτζη και Ζωοδόχου Πηγής ).
    .Και μόλις χθές φωτογράφισα το μνημείο της στα Βίλια ( Χθεσινή ανάρτηση στο blog μου ).
    Τέλος, η ιστορία σου είναι μία ανθρώπινη ιστορία.

  5. @ yoreekas,

    Πραγματικά! Και εμένα ακόμη μου φαίνεται μερικές φορές σαν κάτι πολύ μακρινό, σαν κάτι που συνέβη σε κάποιον άλλον. Παρά ταύτα, είναι από τις στγμές εκείνες που δεν τις ξεχνάς, οποιοδήποτε πλήθος (ακόμη και των πιο ακραίων) εμπειριών και να ζήσεις στη συνέχεια…

  6. @ thalassamov,

    Σωστό και εύλογο το ερώτημά σου, όμως λάβε υπόψη σου ότι κανα δυο έντονα φορτισμένες συγκινησιακά αύρες (αυτό ένιωσα και η αίσθηση αυτή δύσκολα μεταφέρεται σε κείμενο…) απεδείχθησαν πολύ ισχυρότερες από την παγιωμένη ψυχρή/ψαρωτική/(ακόμη και απωθητική για κάποιους εκείνη την εποχή) αύρα, διαρρύθμιση, χρώματα, πρόσωπα (ένστολοι) ενός αστυνομικού τμήματος που συνήθως δεν επιτρέπουν τέτοιες εκδηλώσεις όπως την καταφανή ΄συγκίνηση του αστυφύλακα, τη βουβαμάρα, την αμηχανία, το δάκρυ της Έλλης Λαμπέτη… Δεν νομίζω πως «έδενε» με το περιβάλλον. Ίσως και να κάνω λάθος, δεν ξέρω, ίσως να επηεράζομαι από κάποια κλισέ… Όπως και νά’ χει μου έκανε εντύπωση για πολλούς και διαφόρους λόγους.

  7. @ provato,

    Αυτό το κατάλαβα εκ των υστέρων. Αρχική μου σκέψη με αυτό το κείμενο ήταν να θίξω πολλά ζητήματα. Κατ΄ αρχήν να καταθέσω μια εμπειρία μου που ίσως θα προσέθετε κάτι στις γνώσεις που έχουν οι θαυμαστές της Έλλης Λαμπέτη για τη μεγάλη αυτή ηθοποιό ή καλύτερα Ηθοποιό -με το ΗΤΑ κεφαλαίο όπως έγραψε και η Ροδιά.
    Ακολούθως, να καταρρίψω κάποια στερεότυπα όσον αφορά στις συμπεριφορές, οι οποίες δεν είναι πάντοτε «προβλέψιμες’. Ακόμη, για να υπογραμμίσω τη σημασία της ζηής, της υγείας, της δόξας και πόσο εύθραυστα είναι όλα αυτά.
    Μεγάλη παράλειψή μου που δεν αναφέρθηκα στο ποστ στο πώς ένοιωσα εγώ προσωπικά. Ένα που έχω να πω πάντως, είνσι ότι εκείνη τη στιγμή δεν πίστευα πως η Λαμπέτη θα πέθαινε τόσο σύντομα. Έβλεπα πόσο καταβεβλημένη ήταν, το είχα πληφοροτηθεί από πριν άλλωστε, αλλά ανθρώπους που αγαπάς (π.χ. συγγενείς, φίλους) ή που θαυμάζεις, (π.χ μια σταρ) δεν το αποδέχεσαι έτσι εύκολα πως ανά πάσα στιγμή μπορεί να φύγουν και ευελπιστείς πάντοτε για το καλύτερο δυνατό…

  8. @ Βερνάρδος

    Μπήκα στο blog σου, πολύ ωραιά δουλειά κάνεις.
    Και θα συνιστούσα στους φίλους της τέχνης και δη της γλυπτικής να μπουν γι αυτό και παραθέτω κατωτέρω τον σύνδεσμο για το άγαλμα της Λαμπέτη στα Βίλια.

    http://glypto.wordpress.com/2008/04/13/%ce%a0%ce%b1%cf%80%cf%80%ce%ac%cf%82-%ce%93%ce%b9%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%82-%ce%95%ce%bb%ce%bb%ce%b7-%ce%9b%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b7/

    Γείτονες λοιπόν, έ; Κι εγώ εκεί κοντά εκινούμην και ασφαλώς παραμένω πιστός θαυμαστής της Λαμπέτη.

  9. Είχα την τύχη να θαυμάσω τη Λαμπέτη στο ρόλο της Μαργαρίτας. Όταν ήδη είχε χάσει τη φωνή της. Αυτή την ευγενικά ψευδή φωνή, την οποία καλλιεργούσε σβήνοντας κεριά, όπως η ίδια είχε αποκαλύψει,περιγράφοντας την τελειότητα των τόνων που μπορούσε να πετύχει. Τι θυμάμαι από εκείνη την παράσταση? τη δύναμη της αναμέτρησης με το θάνατο πάνω στο σανίδι.Δε μπορούσες να πεις εάν ήταν καλή ή κακή. Ήξερες ότι έπαιζε παρακολουθώντας τη ζωή της να αδειάζει. Έτσι δικαιολογείται και το βρεγμένο βλέμμα της. Μοναδική στιγμή, zalmoxis, για μια θεατρίνα, η οποία σε ότι επέλεξε να παρουσιάσει άφησε εποχή. Κι ας μη δοκιμάστηκε σε πολλά είδη θεάτρου.

  10. @ Xosrois,

    «…Κι ας μη δοκιμάστηκε σε πολλά είδη θεάτρου…».

    Σωστή παρατήρηση. Εικάζω πως αυτό οφειλόταν σε κάτι που είχαν επιλέξει και άλλοι τελειομανείς σκηνοθέτες και ηθοποιοί και γενικώς θεατράνθρωποι (όπως λ.χ. ο Ροντήρης) να τελειοποιήσουν δηλαδή ένα – δυο συγκεκριμένα είδη παρά να αναλωθούν σε ένα εύρος το οποίο δεν θα τους επέτρεπε να ικανοποιήσουν τον περφεξιονισμό τους.

  11. @ el_2683
    κάνε κλίκ στο:

    και θα ακούσεις την Έλλη Λαμπέτη να απαγγέλει Οδυσσέα Ελύτη (χαρταετός).

    Στο

    «Πάτμος»

    Λαμπέτη, Ο Κύκλος με την Κιμωλία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s