Στις 17 και 18 Ιουλίου το Εθνικό ανεβάζει στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου την Αλκήστιδα του Ευριπίδη. Δεν ξέρω αν θα την παρακολουθήσω, μάλλον θα ετοιμάζομαι για ένα κάπως κοπιαστικό ταξίδι εκείνες τις ημέρες. Ίσως τα καταφέρω. Τέλος πάντων…
Κάθε φορά που παρακολουθώ ένα έργο του Ευριπίδη θυμάμαι τα σχολικά μου χρόνια και τα όσα μαθαίναμε για τον «από μηχανής Θεό»: αυτό το εφεύρημα για το οποίο γράφτηκαν χιλιάδες σελίδες από αναλυτές, φιλόλογους, φιλόσοφους, θεολόγους, κ.λπ., το οποίο είναι σήμερα παγκοσμίως γνωστό -και με κατά πολύ ευρύτερη τη χρήση και σημασία- με την λατινική του απόδοση («deus ex machina») και για το οποίο ο Ευριπίδης κατηγορήθηκε (με πρώτον και καλύτερο τον Αριστοφάνη και την ανελέητη σάτιρά του) ότι αναζητούσε την «εύκολη λύση» αντί του να «παιδέψει» παραπάνω την πλοκή.
Όταν για πρώτη φορά λοιπόν παρακολούθησα Ευριπίδη, υπήρξα προκατειλημμένος ότι θα έβλεπα το μέχρι κεραίας πρότυπο του Αριστοτέλειου ορισμού της τραγωδίας (Ἐστὶν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδὼν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν) και ειδικά ως προ το τελευταίο σκέλος του ορισμού, το «happy ending». Παρότι οι φιλόλογοι θεωρούν ως πρότυπο αυτού του ορισμού τον Αισχύλο, η εμμονή του Ευριπίδη με τον «από μηχανής θεό» που θα δώσει αυτό το «happy ending» μου θύμιζε πολύ περισσότερο αυτόν τον ορισμό, αλλά ταυτόχρονα με απογοήτευε κιόλας: αυτός ο θεός που κατέβαινε «από το πουθενά» μου θύμιζε τωρινά ευρήματα του ελληνικού και του ινδικού σινεμά, όπου άλλοτε ο «πλούσιος θείος», άλλοτε το δυστύχημα του «κακού» (ο οποίος συχνά παρουσιαζόταν ως κακός εξ αγνοίας και αμαθείας, άρα έπαιζε και ρόλου «τραγικού προσώπου») άλλοτε μια σειρά απίστευτων συμπτώσεων καθοδηγούμενων από μια αόρατη νέμεση για τους κακούς και ένα αγαθοποιό πνεύμα για τον πρωταγωνιστή, έφερναν «τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
Ο Ευριπίδης, αφού πρώτα περιέπλεκε με δεξιοτεχνία μεν αλλά και πολυπλοκότητα την υπόθεση, έδινε την εντύπωση πως στο τέλος χανόταν και ο ίδιος. Πήγαινε την υπόθεση μαθηματικά προς το αδιέξοδο, ώστε το αίσθημα «ελέου και φόβου» να «χτυπάει κόκκινο». Κι όταν το κουβάρι δεν μπορούσε πια να ξεμπλέξει κανένας άλλος, εμφανιζόταν ένα κατά κανόνα θεϊκό πρόσωπο, με του οποίου την παρέμβασή ερχόταν η κατάλληλη λύση στο αδιέξοδο και το έργο μπορούσε πλέον να ολοκληρωθεί. Αυτό το πρόσωπο ονομάστηκε «ο από μηχανής θεός» διότι εμφανιζόταν στη σκηνή του θεάτρου με τη βοήθεια της «μηχανής», ενός ξύλινου γερανού για να φαίνεται ότι κατεβαίνει από ψηλά, τον κόσμο των Ολύμπιων και ότι συντελείται έτσι μια «επιφάνεια» (εμφάνιση ενός θεού στους θνητούς).
Ο «από μηχανής θεός» του Ευριπίδη είναι σχεδόν πάντοτε και διαφορετικός. Στην Αλκήστιδα είναι ο Ηρακλής, στις Ικέτιδες και την Ιφιγένεια εν Τούροις η Αθηνά, στην Ελένη και στην Ηλέκτρα οι Διόσκουροι, στον Ορέστη ο Απόλλων, στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι η Άρτεμις, στις Βάκχες ο Διόνυσος, κ.λπ.
Ένα άλλο πράγμα που με απογοήτευε στην ιδέα του «από μηχανής θεού» στον Ευρυπίδη, ήταν πως την λύση έδιναν αφενός μεν θεοί, άρα οι θνητοί εμφανίζονταν ως ανίκανοι) και ακόμη περισσότερο θεοί «σαν τα μούτρα» των θνητών: δολοπλόκοι, ζοχαδιασμένοι, ερωτομανείς, εκδικητικοί… «Ωραίοι θεοί» όπως λένε πολλοί…
Και όμως, ίσως ακριβώς αυτή η «λεπτομέρεια» – «αντίφαση» να είναι το «κλειδί» για τον ρόλο του «από μηχανής Θεού».
Οι θεοί είναι που όχι μόνο προλογίζουν συχνά τα δράματα (π.χ. η Πάνδημη Αφροδίτη τον Ιππόλυτο Στεφανηφόρο ή ο Απόλλων την Αλκήστιδα) αλλά εξίσου συχνότατα είναι και οι πρόξενοι των δεινών (π.χ. η Άρτεμις ζητά ανθρωποθυσία στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι, ο Απόλλων εξαπατά την Κρέουσα στον Ίωνα, η Αφροδίτη στον Ιππόλυτο γεννά στην Φαίδρα ερωτική επιθυμία για τον θετό της γιο της, κ.λπ.).
Ένα συμπέρασμα λοιπόν που προκύπτει, είναι ότι στον Ευριπίδη, οι πρόξενοι του προβλήματος είναι και αυτοί που θα δώσουν τη λύση: οι θεοί. Πρόκειται όμως για θεούς με ανθρώπινα πάθη. Έτσι, αν τα ανθρώπινα πάθη δημιουργούν τα προβλήματα (π.χ. ο «άσχετος» και «άδικος» Δίας όπως τον κατηγορεί ο Αμφιτρύων στον Ηρακλή) κατ΄ αναλογία είναι ο «δυνάμει θεός» άνθρωπος ο οποίος θα δώσει την λύση. Διότι, οι θεοί των ελληνικών μύθων έχουν σχεδόν κατά κανόνα, δύο όψεις: την καλή και την κακή ή σωστότερα την «ανώτερη» και την «κατώτερη».
Αυτό το τελευταίο συμπέρασμα δεν είναι παιχνίδι λογικής ούτε σόφισμα. Ισχύσει για παράδειγμα στον Γνωστικισμό. Οι κατώτεροι και οι ανώτεροι θεοί ενυπάρχουν στον άνθρωπο. Αν τώρα αυτός ακούσει τον θεό αυτόν ή τον άλλον, είναι… «δικό του θέμα». Αν θα υπακούσει στον καταστροφέα Απόλλωνα («ἀπαλλάττων καὶ ἀπολύων» -από το απόλλυμι- είτε από το κακό είτε από τη ζωή με το «τόξο») ή το πρότυπο της τελειότητας και του φωτός, αν θα υπακούσει στην λαγνεία («Πάνδημος Αφροδίτη») ή στον υψιπετή έρωτα («Ουράνια Αφροδίτη») δηλαδή εξαρτάται από τον ίδιο.
Ουσιαστικά, τα πάθη του ήρωα θα τον οδηγήσουν στον στοχασμό, στον διαλογισμό ώστε με την «ανακάλυψη» και την «κατανόηση» να απελευθερωθεί από τα δεσμά της άγνοιας. Από τον «κακό δαίμονα» που κρύβει, τις μικρότητές του, να ανακαλύψει τον «ανώτερο θεό» που επίσης κρύβει. Είτε για τα μικρά είτε για τα μεγάλα της ζωής, διότι «Ιφιγένειες» και «Ηλέκτρες» και «Ιππόλιυτους» έχουμε καθημερινά, στην πολιτική, στην εργασία, στον έρωτα, στο tv watching… Παντού…
Υ.Γ.: Θεωρώ τον ήρωα της «Αλκήστιδος», τον Άδμητο, ως το δυσκολότερα εξηγήσιμο πρόσωπο από όλη την ελληνική τραγωδία. Και το πιο ενδιαφέρον!
Υπ΄ αυτή την έννοια η παρακολούθηση (ή και η ανάγνωση) του συγκεκριμένου δράματος είναι μια τεράστια πρόκληση για τον νου και την φαντασία και απαιτεί πολλά εφόδια γνώσεων…
Ετικέτες: ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΙΑ, ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ, ΘΕΑΤΡΟ, ΤΕΧΝΗ, ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Ιουλίου 8, 2009 σε 8:15 πμ |
…..τωρα φταιω εγω να σου θυμισω την ινδιανικη παροιμια? ”γιε μου, μεσα μας εχουμε δυο λυκους: τον καλο και τον κακο που δινουν ανελεητη μαχη” ”Ποιος λυκος θα κερδισει?”, ρωταει ο ιυος. ”Εκεινος που τα ταιζεις” απαντα ο πατηρ.
Με τις υγειες μας, λεω εγω…
Ιουλίου 8, 2009 σε 8:31 πμ |
Καλά τα λέει ο ινδιάνος, αδελφή.
Οι δυσκολίες όμως είναι πολλές.
Εδώ ο κακός λύκος φορά προβιά, δεν θα προσποιηθεί τον καλό λύκο; Άρα, χρειάζεται πρώτα απ΄ όλα οξυδέρκεια (αυτό ακριβώς που εννοεί η λέξη: κοφτή διεισδυτική ματιά) εγρήγορση και διάκριση για να ξέρεις ποιόν από τους δύο ταϊζεις
Ένα δεύτερο είναι η αποφασιστικότητα. Να είσαι αμείλικτος και να μη νοιαστείς για το αν αλυχτάει ο κακός λύκος. Δεν ξέρω αν έχεις ακούσει λύκο (πραγματικό εννοώ) υποθέτω πως ναι. Σε “υπνωτίζει” το ουρλιαχτό του και τον λυπάσαι (λυπάσαι δηλαδή τον κατώτερο δαίμονα εντός σαν να λέμε…). Είναι κι αυτή μια πολύ συνηθισμένη παγίδα που στήνει.
Το πιο δύσκολο:
Αν αφήσεις φαγητό να το βρει αργότερα ο (καλός) λύκος, δεν ξέρεις ποιός θα το βρει πρώτος. Αλλά ούτε και είναι το ζώο που καθήσει να το ταϊσεις στο στόμα.
Εδώ είναι το κλειδί…
Ιουλίου 8, 2009 σε 11:55 πμ |
Μα και η αρχαία τραγωδία ένα είδος σαπουνόπερας ήταν.
))))))))
Σκέψου το λίγο…
Ιουλίου 8, 2009 σε 3:53 μμ |
βολικη η αποψη σας αδελφε, αλλα στην εκκλησια μας εχουν μαθει να πολεμαμε, να δαμαζουμε, να νικουμε τους πειρσμους και τους διαβολους γυρω μας….
Την ευχη μου….
Ιουλίου 8, 2009 σε 6:47 μμ |
thalassamov,
athollywood (athens hollywood) θα το έλεγα…
Ιουλίου 8, 2009 σε 6:49 μμ |
exofthalmi,
δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σας, αδελφή!
Την ευλογία σας!
Ιουλίου 8, 2009 σε 10:27 μμ |
Ενδιαφέρουσα ανάλυση…
Αναρωτιέμαι παρ’όλ’αυτά αν η χρήση των απο μηχανής θεών στον Ευριπίδη (σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι στον Αισχύλο ή το Σοφοκλή – όσο μας επιτρέπουν να εικάσουμε τα σωζώμενα έργα των τριών τραγικων) δεν οφείλεται (και) στην πολιτική κατάσταση των Αθηνών κατά τη διάρκεια του 5 αι. Οι νικητές του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας, οι ιμπεριαλιστές της Αθηναϊκής Συμμαχίας, οι κύριοι των αργυρορυχείων του Λαυρίου δε χρειάζονταν να παρακαλάνε θεούς και δαίμονες. Ο Προμηθέας μάλιστα πεισματικά αρνείται να ικετεύσει το Δία. Ο πανανθρώπινος νόμος που φιγουράρει στις Σοφόκλειες τραγωδίες δε χρειαζόταν μεσάζοντες.
Αντιθέτως, οι νικημένοι της Σικελικής εκστρατείας με το φάσμα της Αρχής των Τριάκοντα στον ορίζοντα, μάλλον ήλπιζαν σε κάποιο θαύμα… ή έστω σε μια θεϊκή παρέμβαση που θα δικαιολογούσε/εξηγούσε ότι δεν έφταιγαν αυτοί που τα έκαναν σαν τα μούτρα τους.
Όπως και σήμερα, που οσάκις η Αγία Βρακοζώνα, η Αγία Περόνη και η Αγία Χειροβομβίδα της Αντιόχειας εκτίθενται σε λαϊκό προσκύνημα, σπάνε ταμεία…
Ιουλίου 9, 2009 σε 8:13 πμ |
@ undantag,
πολύ ενδιαφέρουσα άποψη! Πστάει πάνω στην ψυχολογία και των νεοελλήνων!